|
ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ
|
| Αλ. Τόμπρου: Έβρος Εν αρχή ήν ... | ![]() ![]() ![]() ![]() |
|
Αλεξανδρούπολη Αν έρχεσαι από το αεροδρόμιο, οι αγροί με τα βαμβάκια συνοδεύουν ακόμα την άσφαλτο, γεμάτοι λουλούδια λευκά και κόκκινα μπουμπούκια. Η έξαψη της αναμονής, καθώς το βλέμμα ακουμπάει στην καινούργια πόλη, κάθε φορά, μια νέα όψη κατακυρώνει τη δίψα της αποδημίας. Αν έρχεσαι από τη Σαμοθράκη με το πλοίο, η πόλη πλησιάζει, καθώς ξετυλίγονται σε παράταξη τα ντοκ του λιμανιού. Δεξιά και μακριά η εκτεταμένη ασάφεια, το αχανές του Δέλτα του Εβρου. Από την αρχή, προβάλει ο μεγάλος φάρος, που δίνει την ταυτότητα της πόλης, που δίνει κύρος στο λιμάνι. Σύμβολο της δύναμης της κάποτε μικρούλας πόλης. Αυτό το τότε μικρό ψαράδικο χωριό των Μαρωνιτών και των αλιέων από τον Αίμο, εκεί, στην κάποτε ερημική ακτή, άρχισε να οργανώνεται σε πόλη. Ανακαλύπτω τα νεοκλασικά, τα ωραία κτήρια των αρχών του 20ου αιώνα, που επέζησαν από εκείνες τις θύελλες. Οι μικρές γειτονιές συρρικνώθηκαν υποχωρώντας στις ανάγκες των καιρών. Η πόλη αποπνέει την αύρα της θάλασσας, την στιβαρή οσμή των βουνών, αλλά και την γρήγορη ανάσα των σύγχρονων ρυθμών. Σε μια εκατονταετία ανέβηκε και κατέβηκε πολλές φορές τις διαδρομές των δοκιμασιών. Συναρπαστικό πάντα θέαμα οι μαύρες σιλουέτες των καραβιών πάνω στον λαμπρό ουρανό του ηλιοβασιλέματος. Βάφεται η θάλασσα στο φως, γεμίζει λάμψη η πόλη. Σε αυτούς τους μεγάλους ουρανούς όταν αρχίζουν οι διαύγειες κι οι ιριδισμοί της άνοιξης, οι ορίζοντες γεμίζουν πουλιά, πουλιά ερωτευμένα με το θαυμαστό νερένιο κόσμο του ποταμού και το βαθύ βουνίσιο των δασών κόσμο, που περιβάλλει την Αλεξανδρούπολη. Πριν ακόμα φύγεις, λαχταράς την επόμενη επιστροφή σου.
|
|
Της παρηγοριάς, μέσα στις φουρτουνιασμένες νύχτες του χειμώνα, τότε που το λαμπερό μάτι του σαρώνει τη μαύρη απειλητική θάλασσα. |
|