ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ
ΕΚΤΟΝ
Η
ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΤΩΝ
ΘΡΑΚΩΝ ΕΙΣ ΤΟΥΣ
ΕΚΤΟΣ ΤΗΣ
ΘΡΑΚΗΣ ΔΙΕΞΑΧΘΕΝΤΑΣ ΚΑΤΑ ΞΗΡΑΝ ΚΑΙ ΘΑΛΑΣΣΑΝ
ΑΓΩΝΑΣ ΤΟΥ
ΕΘΝΟΥΣ
ΚΑΤΑ ΤΗΝ
ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΙΝ ΤΟΥ 1821.
Όταν
εξερράγη η Επανάστασις, οι Θράκες, ως
ζώντες εν μέσω πυκνοτάτων μαζών των
κατακτητών και ευρισκόμενοι
πλησίον της Πρωτευούσης και των
στρατιωτικών καταυλισμών και
των βάσεων των ναυτικών μονάδων
των αντιπάλων, δεν ήτο δυνατόν, εκ των
πραγμάτων, να οργανώσουν
και πραγματοποιήσουν εις την περιοχήν των Επαναστατικήν
δράσιν ομοίαν εκείνης της
υπολοίπου
και δη της νοτιωτέρας Ελλάδος, όπου
εκτός των άλλων, προσεφέρετο
περισσότερον και η γεωγραφική
θέσις και η Φύσις του εδάφους δια τας
πολεμικάς επιχειρήσεις
της εποχής εκείνης.
Παρά
ταύτα όμως δεν ηρκέσθησαν οι Θράκες
εις την ηθικήν
μόνον, και ταύτην δια της εις αίμα
κυρίως προσφοράς των, ενίσχυσιν του Εθνικού αγώνος,
αλλά μαζί με τας εκατόμβας των
ανυπερασπίστων εις την εκδικητικήν των
αντιπάλων μανίαν θυμάτων των ως και
τας άλλας θυσίας των — καταστροφή περιουσιών,
βάσανοι, ανδραποδισμοί, εμπορία
γυναικοπαίδων κλπ. — αι οποίαι ηύξανον
το πείσμα των προμάχων της εθνικής
ελευθερίας αδελφών των της υπολοίπου Ελλάδος και
τους εγιγάντωναν
εις την απόφασίν των ή να
δημιουργήσουν Πατρίδα ελευθέραν ή
να αποθάνουν, παρέσχον και την ενεργόν
συμμετοχήν και συμβολήν των οι Θράκες
εις την θαυμαστήν
εκείνην αγωνιστικήν έξαρσιν του
Έθνους, τόσον δια
τοπικών εξεγέρσεων και εν γένει
επαναστατικής δραστηριότητος καθ'
όλην την έκτασιν της Θράκης, νοουμένης
ενιαίως, ήτοι εις το σύνολον του απ'
αρχαιοτάτων χρόνων Ελληνικωτάτου γεωγραφικού
της χώρου, όσον
και δια της συμπράξεώς των εις κοινήν
μετά των άλλων
Ελλήνων πολεμικήν δράσιν, ιδία δε εις
τας περιοχάς
εκείνας της Πατρίδος μας όπου είχεν
εδραιωθή η Επανάστασις.
Όταν
ήλθε το πλήρωμα του χρόνου και
εκηρύχθη η Επανάστασις,
οι Θράκες ψυχικώς ήδη πανέτοιμοι
ανέμενον το
σύνθημα δια να εξεγερθούν και αυτοί
και να δώσουν
το αγωνιστικόν παρών τους όπου θα
εκάλει αυτούς η Πατρίς.
Εις
άλλην θέσιν ήδη έγινε εκτενής λόγος
τόσον δια
την γενικωτέραν επαναστατικήν
κινητοποίησιν εις την
Θράκην,
με χαρακτηριστικήν εκδήλωσίν της την,
υπό την
ηγεσίαν του Μητροπολίτου
Σωζοαγαθουπόλεως Παϊσίου
Βάρη, αποφασιστικήν εις Σωζόπολιν(1)
εξέγερσιν πέντε
χιλιάδων Θρακών την 17ην Απριλίου 1821,
όσον και δι' άλλας, εις διάφορα μέρη
της Θράκης, επαναστατικάς
ενεργείας και πράξεις, μεταξύ των
οποίων είναι
και η εκ σχετικής
επιστολής Τούρκου Στρατηγού
αποδεικνυομένη επανάστασις των
Θρακών εις την περιοχήν
Καλλιπόλεως,
«πέριξ του κόλπου του Σάρρου», δια την
καταστολήν της οποίας, ως
αναφέρεται εις την εν λόγω επιστολήν,
απητήθη αρκετός χρόνος, γεγονός το
οποίον
γενικώτερον
μαρτυρεί ότι η τοιαύτη απασχόλησις
των αντιπάλων προς εξουδετέρωσιν
των επαναστατικών εστιών εις την
Θράκην, ως και εις άλλας περιοχάς της
Βορείου Ελλάδος, έδωσεν, αυτή κατά
κύριον λόγον, την απαιτουμένην
πίστωσιν χρόνου δια την εδραίωσιν της
Επαναστάσεως
εις την Νοτιωτέραν Ελλάδα και την
μετουσίωσιν
εις θαυμαστήν ηρωϊκήν πράξιν του
εθνεγερτηρίου σαλπίσματος εις την
Αγίαν Λαύραν.
Εις
το παρόν κεφάλαιον θα αναφερθώμεν εν
συντομία εις την
πέραν των ορίων της Θράκης, παρά το
πλευρόν των
άλλων Ελλήνων, επαναστατικήν δράσιν
των Θρακών, την πρώτην μάλιστα
εκδήλωσίν της οποίας έχομεν κατά την
εξέγερσιν εις τας Παραδουναβίους ηγεμονίας.
Κατ' αυτήν ένα μεγάλα μέρος του
στρατού του Υψηλάντου το
απετέλουν νέοι της Θράκης, η δε αναβίωσις
τότε του Ιερού Λόχου των γενναίων
Ελληνοπαίδων εις
το Δραγατσάνι είναι κατά κύριον λόγον
έργον της θερμής πατριωτικής διδασκαλίας του εκ
Σηλυβρίας της Ανατολικής
Θράκης μεγάλου διδασκάλου του Γένους Γεωργίου
Γενναδίου, ο οποίος μέχρι των
παραμονών της Επαναστάσεως
εδίδασκεν εις την γνωστήν εν Βουκουρεστίω
Ελληνικήν σχολήν του Λάμπρου Φωτιάδου.
Από τα παραδείγματα
πάλιν προσωπικής ανδρείας και διακρίσεως
η προφορική παράδοσις διέσωσε μέχρι
της εποχής μας το όνομα του γενναίου
συμπολεμιστού του Αλεξάνδρου
.Υψηλάντου Αθανασίου Μπελιά, από την
περιοχήν Σουφλίου, ο οποίος επιζήσας μετά την
ηρωϊκήν μάχην του Δραγατσανίου και
πολεμήσας εν συνεχεία τους εχθρούς
εις την Ροδόπην ηχμαλωτίσθη και
οδηγηθείς εις Αδριανούπολιν απηγχονίσθη.
Κατά
την ηρωϊκήν επίσης μάχην εις την Μονήν
του Σέκου,
τον Σεπτέμβριον του 1821, η οποία
κατέληξεν εις την γνωστήν αυτοθυσίαν του ήρωος
Γεωργάκη Ολυμπίου,
μεταξύ των ολίγων υπερασπιστών της
Ιεράς Μονής
αναφέρεται και το όνομα του
Αδριανουπολίτου Χατζηγεωργίου,
ενώ η μοναδική στολή ιερολοχίτου, η οποία
υπάρχει σήμερον εις το Ιστορικόν και
Εθνολογικόν Μουσείον των Αθηνών,
ανήκεν εις τον Θράκα ιερολοχίτην
Ξενοκράτην, από το Σαμάκοβον της
Ανατολικής Θράκης.
Και
όταν τον Μάϊον του 1821 ο Εμμανουήλ
Παπάς
εκήρυξε την Επανάστασιν εις τας
Καρυάς του Αγίου
Όρους
και ανηγορεύθη αρχηγός αυτής εις την
Ανατολικήν Μακεδονίαν, ο
Μητροπολίτης Μαρωνείας Κωνστάντιος,
ως άλλος Παλαιών Πατρών Γερμανός,
ακολουθούμενος από αρκετούς Θράκας
πολεμιστάς, ετέλεσεν εις
την
Μονήν του Εσφιγμένου την πανηγυρικήν
λειτουργίαν
και ηυλόγησε τα όπλα των
επαναστατών (2).
Όμως
και εις αυτά τα κύρια μέτωπα της
Επαναστάσεως, εις την Στερεάν, την
Πελοπόννησον και τας Νήσους,
δεν ήσαν ολίγοι οι Θράκες, οι οποίοι,
εγκαταλείψαντες τας οικογενειακάς των
εστίας και τας περιουσίας
των, προσήλθον δια να πολεμήσουν
συναδελφωμένοι μετά των άλλων Ελλήνων
εναντίον του κοινού εχθρού.
Ούτοι
ενταχθέντες εις τας μαχίμους δυνάμεις
του Έθνους επολέμησαν με γενναιότητα
όπου εκάλεσεν αυτούς η
Πατρίς υπό διαφόρους αρχηγούς, ως τον
Εμμ. Παπάν, τον Καρατάσον, τον
Διαμαντήν Νικολάου, τον Χυμευτόν,
τον Χατζηχρήστον, τον Καραϊσκάκην κ.α.
Ενδεικτικώς
εις το σημείον τούτο καταχωρίζομεν, ως έχει, την πληροφορίαν, την
οποίαν διέσωσεν ο Α. Π. Δοξιάδης,
περί της συμμετοχής εις την
Επανάστασιν των συμπατριωτών του
Στενημαχιτών, οι οποίοι επολέμησαν εις
πολύ μακρυνά από των εστιών των πεδία
των μαχών: «Η
πατρίς μου Στενήμαχος, γράφει,
εθεωρείτο υπό των Τούρκων ανέκαθεν ως εστία καθαρώς
Ελληνική και δια τούτο
επανειλημμένως υπέστη επιθέσεις υπό
ατάκτων στιφών...
Οι Τούρκοι προσεπάθησαν να μη γίνη
γνωστή η Επανάστασις
του 1821.
Δια
τούτο απηγόρευσαν την εισαγωγήν
οποιουδήποτε εντύπου ακόμη και αγράφου
χάρτου, μολυβιών, πλακών κλπ.
Ως εκ τούτου δεν ήτο δυνατόν να
επικοινωνήσουν οι Στενημαχίται
μετά του έξω κόσμου. Επειδή όμως ούτοι ήσαν
αγωγιάται και μετέφερον εμπορεύματα
εκ του Αιγαίου δια Ξάνθης και εκ
Κωνσταντινουπόλεως, επληροφορήθησαν
τα συμβαίνοντα και μετέβησαν εις την
Πελοπόννησον δια
να συμμετάσχουν του υπέρ της ανεξαρτησίας αγώνος. Οι επιζήσαντες εκ τούτων
επέστρεψαν εις την πατρίδα μας,
φέροντες αδεία των τουρκικών διοικητικών
αρχών, φουστανέλλας. Ούτοι
ωνομάσθησαν και Μοραλήδες, διότι
προήρχοντο από τον Μωρηά. Αύται αι ολίγαι
λέξεις ευρέθησαν σημειωμένοι εις το
περιθώριον ενός Οκτωήχου
παλαιού, ευρεθέντος εις τον ναόν της
Αγίας Μαρίνης. Εσημειώθησαν δε υπό
του ιερέως του ναού, ο οποίος
δεν ηδύνατο να εύρη άλλον χάρτην καθ'
ότι απηγορεύθη
η πώλησίς του («Θρακικά», παράρτημα Γ'
τόμου, σελ. 253).
Όταν
το θέρος του 1821 ο Δημήτριος Υψηλάντης
κατελθών εις την Ελλάδα, ως
αρχηγός της Επαναστάσεως,
ανέλαβε την διοργάνωσιν του τακτικού
στρατιωτικού σώματος, πολλοί ήσαν οι
Θράκες οι οποίοι κατετάγησαν
εις αυτό. Ο Χρίστος Βυζάντιος,
αξιωματικός
και ιστορικός του πρώτου
αυτού Ελληνικού Τακτικού
Στρατού
(1821—1833), να τι γράφει δια τους αποτελέσαντας αυτόν. «Ούτοι
κατήγοντο ως επί το πλείστον εκ
των κατεστραμμένων υπό των Τούρκων
επαρχιών και
πόλεων
της Θράκης, Μακεδονίας, Μικράς Ασίας,
των παρ' αυταίς νήσων και λοιπών
μερών, προ πάντων δε
εκ
νέων καλώς ανατεθραμμένων και τινων
ευπαιδεύτων, εχόντων
καθαρόν αίσθημα πατριωτισμού. Ούτοι
ήλθον εις την
Ελλάδα, ίνα υπηρετήσωσι την Πατρίδα,
μη έχοντες δι' ενταύθα ούτε οικείους
ούτε γνωρίμους, εύρον καταφύγιον
έντιμον εις το τακτικόν σώμα»(3).
Βλέπομεν λοιπόν ότι
εις τον πυρήνα του πρώτου Ελληνικού
τακτικού Στρατού συγκαταλέγονται, και
μάλιστα με ό,τι
εκλεκτόν, και οι Θράκες μεταξύ των
αντιπροσώπων
ολοκλήρου του Έθνους, τους οποίους
ήνωνε ένας πολύ
στενός δεσμός: Η ιδέα ότι ανήκουν εις
το αυτό Έθνος
και ο κοινός πόθος να το
απελευθερώσουν. Ο στρατός
αυτός ήτο πράγματι ο πρώτος Ελληνικός
Εθνικός Στρατός, η δε συμμετοχή εις αυτόν
των Θρακών παρουσίασε
υπέροχα παραδείγματα Ελληνικής ανδρείας
και αυτοθυσίας, εις πολεμικάς πράξεις
τόσον ομαδικής όσον και ατομικής
δράσεως και πρωτοβουλίας, όπως λ.χ. εις
την πολιορκίαν και κατάληψιν του Ναυπλίου,
εις την περιώνυμον πολιορκίαν του
Μεσολογγίου, κατά
την εκστρατείαν του Καραϊσκάκη εις
την Στερεάν, οπότε
οι Θράκες, υπηρετούντες εις την
γνωστήν φάλαγγα των «Θετταλομακεδόνων
και Θρακών», επολέμησαν με
γενναιότητα εις τας μάχας του Φαλήρου
και του Χαϊδαρίου,
και αλλού.
Κατά
την κατάληψιν μάλιστα του Ναυπλίου
αναφέρεται ότι ιδιαιτέρως διεκρίθη,
πηδήσας εκ των πρώτων
εις
το «ρεσάλτον του Παλαμηδίου», ο τότε
Λοχίας του 1ου
τακτικού συντάγματος υπό την
διοίκησιν του Δημητρίου Υψηλάντου
και βραδύτερον Υπολοχαγός Παναγιώτης
Μπαχάρης, από την Αδριανούπολιν, ο
οποίος και προηγουμένως
επολέμησεν εις την Καλαμάταν και
Βοστίτσαν κατόπιν
δε εις την πολιορκίαν της Κορίνθου και
την κατάληψιν αυτής και εν συνεχεία, ως
αναφέρεται εις σχετικόν έγγραφον,
«συνευρέθη ομοίως εις την εκστρατείαν
της Ηπείρου μετά του πρίγκιπος
Μαυροκορδάτου και εις
τας
εκεί γενομένας μάχας Κομπότι και Πέτα.
Και μετά την επιστροφήν των εις τα ενταύθα
ευρέθη εις την δευτέραν
πολιορκίαν Ναυπλίου, εις το ρεσάλτο
Παλαμηδίου και
παράδοσιν», πολεμών συνεχώς «υπέρ του
κοινού συμφέροντος με όλην την
απαιτουμένην Ελληνικήν γενναιότητα»(4)
Τιμητιμή
επίσης μνεία γίνεται εις έγγραφα του
πρίγκηπος Δημητρίου Υψηλάντου και
του Συνταγματάρχου Π.Γ. Ροδίου, της
γενναιότητος την οποίαν επέδειξεν εις
την μάχην των Μύλων το 1825 ο εκ της
Αίνου Λοχαγός Καρπός Παπαδόπουλος. Την 21ην
Ιουνίου 1825 ο Δημ. Υψηλάντης
γράφει τα εξής εκ Μύλων προς το
Υπουργείον
του Πολέμου. «Ο Λοχαγός
Κύριος Καρπός με τον υπό την
οδηγίαν
του λόχον έφθασε μετά τα μέσα της
μάχης της
εν Μύλοις και όχι μόνον
εγκαρδίωσεν τους κατ’ εκείνην
την
ώραν μαχομένους Έλληνας, αλλά και
αυτοί έκαμαν
ως γενναίοι
πατριώται και καλοί στρατιώται το
χρέος των. Μετά δε την μάχην εφύλαξαν
τακτικώς τα της πειθαρχίας
χρέη των, οδηγούμενοι από τον ρηθέντα
λοχαγόν εις τα οδηγητικά χρέη
των. Διό αναφερόμεθα εις το Έξοχον
Υπουργείον τούτο δια να γνωρίση τους
αξίους
στρατιώτας,
οίτινες δεν έλειψαν από τα χρέη των».
Και
ο συνταγματάρχης Π.Γ.
Ρόδιος παρατηρεί «ότι ο λόχος
των
Ευζώνων, και τινες άλλοι στρατιώται εκ
των λοιπών
λόχων
του 1ου Συντάγματος, οδηγούμενοι από
τον λοχαγόν Κύριον Κάρπον
Παπαδόπουλον, του οποίου αξιωματικός
εστάλη ο Κύριος Παναγιώτης Πίσσας,
πόσον εμψύχωσεν η παρουσία τούτων
τους λοιπούς Έλληνας, και
πόσον συνεισέφερον με την ανδρείαν και
ευτολμίαν των
εις
την διατήρησιν των Μύλων» και
προτείνει τούτους εις
το Υπουργείον Πολέμου
δια την ανάλογον ηθικήν αμοιβήν
(5). Από άλλον έγγραφον, του
Προέδρου του Εκτελεστικού
Σώματος Γ. Κουντουριώτου, προκύπτει
ότι ο Καρπός Παπαδόπουλος,
επολέμησεν επίσης, ως υποχιλίαρχος τότε,
«εις Εύριπον και άλλα μέρη υπό τον
στρατηγόν Οδυσσέα» τον Ανδρούτσον δηλαδή, του
οποίου υπήρξε φίλος
και επιτελής, βραδύτερον δε μετά την
απελευθέρωσιν
του Έθνους, δια διατάγματος της 11ης
Ιουλίου 1830 του
Κυβερνήτου της Ελλάδος Ιωάννου
Καποδιστρίου, ο Καρπός Παπαδόπουλος προαχθείς
διωρίσθη Φρούραρχος
του Παλαμηδίου(6). Ο γενναίος
ούτος Θραξ πολεμιστής,
ο οποίος σημειωτέον ότι έγραψε και
ενδιαφέροντα
απομνημονεύματα από την ζωήν του εις
τα στρατεύματα της Επαναστάσεως, απέθανε
Αντισυνταγματάρχης
εις το Μεσολόγγιον. Κατωτέρω
παραθέτομεν απόσπασμα
εκ της υπό ημερομηνίαν 12.3.1865 αναφοράς του
ιδίου προς την εξεταστικήν των
αγωνιστών επιτροπήν, όπου αναφέρονται
αξιόλογα στοιχεία περί της εθνικής
δράσεως και προσφοράς του:
«Προς
απελευθέρωσιν του Ελληνικού Έθνους,
γράφει,
ευρισκομένου υπό τον Τουρκικόν ζυγόν,
εν Οδυσσώ εγενόμην
οπαδός της Φιλικής Εταιρείας το 1818
λαβών τον ανήκοντα όρκον ενώπιον
του προέδρου αυτής ποτέ Ιωάννου
Αρεσμοσίου και εφοδιασθείς με τα
αναγκαιούντα
έγγραφα και άμα εξερράγη η
Επανάστασις το 1821
συλλέξας εκ της περιουσίας μου 74.000
γρόσια μετέβην εις την Στερεάν Ελλάδα και
σχηματίσας δι' ιδίας μου
δαπάνης στρατιωτικόν σωματείον
ετέθην υπό τας διαταγάς
του τότε επισήμου οπλαρχηγού Οδυσσέως
Ανδρούτσου,
μεθ' ου εξηκολούθησα τους αγώνας μου
υπέρ
της Ελλάδος εις συνεχείς εκστρατείας
και μάχας τα πρώτα
τέσσαρα έτη της Επαναστάσεως, δια δε
τους αγώνας μου η τότε Ελληνική Διοίκησις κατά την 9
Ιουλίου 1824 με
προήγαγεν εις τον βαθμόν του
υποχιλιάρχου, ως εξάγεται υπό του
συναπτομένου εις την παρούσαν μου υπ' αριθμ.
2604 Θεσπίσματος του Εκτελεστικού
Σώματος. Επειδή δε η διοίκησις
ήρχισε τον σχηματισμόν τακτικού μονίμου
στρατού εξ εθελοντών, γνωρίζων δε ποία
εξ αυτού πλεονεκτήματα
ηδύναντο να παραχθώσιν εις την Πατρίδα,
πρώτος κατετάχθην εις την γραμμήν του
στρατού τούτου, συντελέσας ούτως εις τε
τον απαρτισμόν, την αύξησιν
δια στρατολογίας και τα γυμνάσια
αυτού προς μεταχείρισιν
του όπλου και πρώτος ωδήγησα τον αυτόν
στρατόν κατά
των Τούρκων εις τους Μύλους, απέναντι της
Ναυπλίας και ανέδειξα αυτόν νικητήν
και έκτοτε κατέστη ευυπόληπτος ο
τακτικός στρατός. Κατόπιν δε εξηκολούθησα
τους αγώνας μου μέχρι της λήξεως της
Επαναστάσεως, μεθ' ην επήλθεν η
απελευθέρωσις της Πατρίδος.
Το χρηματικόν δε εκ της περιουσίας των
74.000 γροσιών
εδαπάνησα εις αγοράν πυρίτιδος,
μολύβδου και όπλων δια τους μη έχοντας
τοιαύτα και προς διατήρησιν του
ιδιαιτέρου σώματος μου, ευρισκόμενος
υπό τας διαταγάς
του στρατηγού Οδυσσέως κατά την
Ανατολικήν Ελλάδα και εν Πειραιεί υπό την Αρχηγίαν
του Κραϊσκάκη
» («Θρακικά»
Παράρτημα, Γ' τόμ. σελ. 24—25).
Χαρακτηριστική
είναι επίσης μία τολμηρά ενέργεια Θρακών
και Μακεδόνων, οι οποίοι τον
Φεβρουάριον του 1828
απηλευθέρωσαν την Θάσον και ητοίμαζον
απόβασιν εις την απέναντι Καβάλαν. Εις έγγραφόν
των προς την Διοίκησιν
εις Ναύπλιον, υπογραφόμενον από τους
Αποστολάραν
Βασιλείου, Στεργιανόν Μαρίνον και
Αθανάσιον
Νικολάου, αφού γνωρίζουν «ότι το νησί
η Θάσος είναι ελεύθερος» και ότι
έχουν δυνάμεις επαρκείς —«στρατεύματα
άλλα δεν χρειάζονται», γράφουν— δια
να αντιμετωπίσουν
τους αντιπάλους εις την απέναντι
στερεάν, ζητούν μόνον να τους σταλή το
συντομώτερον ένα «αρμαμέντο,
όπως γράφουν, εφωδιασμένον και με
παρούτια και λοιπά
όσα χρειάζονται». Διαβεβαιούντες δε
ότι «οι άνθρωποι είναι
ενθουσιασμένοι εκεί και ότι δεν
υπάρχει αμφιβολία ότι θα κατορθώσουν
να ελευθερώσουν και την Καβάλαν,
όπως και την Θάσον, προτρέπουν την
Διοίκησιν να
τους στείλη επειγόντως το πολεμικόν
πλοίον που ζητούν». «Σπεύσατε,
καταλήγουν, το ογληγορώτερον να ελευθερώσωμεν
και το μέρος εκείνο της πατρίδος μας»(7).
Και ήδη η μικτή
αυτή πολεμική επιχείρησις μας φέρνει και
εις την κατά θάλασσαν δράσιν των
Θρακών.
Οι
Θράκες ναυτικοί της Αίνου, της
Μεσημβρίας, της Σωζοπόλεως(8) και των άλλων
παραλίων προσέφερον πολύτιμον
βοήθειαν εις τους κατά θάλασσαν
αγώνας του Έθνους,
τόσον δια πλοίων, πυρπολικών και
ναυτών όσον και
δια διαθέσεως εξ ιδίων συνήθως των
εξόδων των πλοίων και των πληρωμάτων των. Προς
τούτοις εξακόσιοι
περίπου κάτοικοι από την Αίνον, την
Μάκρην και την Μαρώνειαν
αναφέρονται ότι κατέφυγον εις την
Ερμούπολιν της Σύρου, απ' όπου
εβοήθησαν σημαντικώς την Επανάστασιν
(9).
Ό,τι
όμως λαμπρώς εκπροσωπεί την Θράκην
εις την κατά θάλασσαν δράσιν του
Έθνους, κατά τους ηρωικούς εκείνους
χρόνους, είναι η προσφορά της ναυτικής
πολιτείας της Αίνου. Η αιωνόβιος
και φημισμένη από την Ομηρικήν
ακόμη εποχήν παραλιακή αυτή πόλις της
Θράκης, κοντά εις το θρυλικόν
Δέλτα των εκβολών του Έβρου,
της οποίας η θαλασσία ακμή
μαρτυρείται από του
5ου
π.Χ. αιώνος, ότε συμμετέσχε πρώτη με τα
πλοία της
εις την Σικελικήν
εκστρατείαν των Αθηναίων υπό τον
Αλκιβιάδη,
και της οποίας η ναυτική δύναμις κατά
τους νεωτέρους χρόνους
ανήρχετο εις 300 ιστιοφόρα πλοία,
διαφόρων
μεγεθών ,τα οποία έπλεον εις το
Αιγαίον, τον Εύξεινον Πόντον και την
Προποντίδα και έφθανον μέχρι των
λιμένων της Συρίας, της Αλεξανδρείας
και της Δυτικής
Ευρώπης, προσέφερε πράγματι μεγάλας
υπηρεσίας εις
την Επανάστασιν, ως αποτελούσα, καθ'
όλην την διάρκειαν αυτής, το μοναδικόν
επίνειον της Θράκης προς το
Αιγαίον, μετά τον αποκλεισμόν υπό των
εχθρικών πλοίων των λοιπών
λιμένων αυτής. (10)
Η προσφορά της Αίνου εις το
Έθνος, από της πρώτης
στιγμής της Επαναστάσεως και καθ' όλην
την διάρκειαν αυτής, υπήρξεν εξ ίσου
μεγάλη και γενναία όσον και
των τριών γνωστών ναυτικών νήσων, της
Ύδρας, των Σπετσών
και των Ψαρών. Η έναρξις, κατά πρώτον,
και η ενίσχυσις
εν συνεχεία της Επαναστάσεως εις την
Χαλκιδικήν
και τον Όλυμπον
έγινε κυρίως
με Αινίτικα
πλοία. Αλλ' η δράσις των Αινιτών
επεξετάθη εν συνεχεία εις
όλα τα ελληνικά παράλια και τας νήσους
και πολλοί εκ
τούτων έλαβον μέρος εις πλείστας
συγκρούσεις και μάχας,
ιδιαιτέρως δε εις τας επιχειρήσεις
της Ανατολικής Στερεάς και της Ευβοίας. Είναι
γνωστά τα ονόματα 73
πολεμιστών εκ της Αίνου, οι οποίοι
έπεσαν εις διαφόρους
μάχας, μεταξύ δε των φονευθέντων κατά
την Επανάστασιν
της Μυτιλήνης τον Μάϊον του 1821
αναφέρονται επίσης αρκετοί κάτοικοι της Αίνου, οι
οποίοι είχον καταφύγει
εκεί.
Από
πλήθος εγγράφων εις τα Γενικά Αρχεία
του
Κράτους, τα οποία αναφέρονται
εις την δράσιν και την
εν
γένει παρασχεθείσαν βοήθειαν των
ναυτικών της Αίνου κατά την Επανάστασιν —
πολλά εκ τούτων εδημοσίευσε
κατά τα έτη 1960—1964 ο κ. Κων)νος
Διαμάντης, εις 4 δημοσιεύματα της
Εταιρείας Θρακικών Μελετών -προκύπτει
ότι πλείστοι ήσαν οι Αινίται, οι
οποίοι έδρασαν γενναίως και
γενικώς προσέφερον πολυτίμους υπηρεσίας εις την Επανάστασιν, εις στιγμάς
μάλιστα ενίοτε
ιδιαιτέρως
αποφασιστικάς δια το αγωνιζόμενο
Έθνος.
Εκ
των εξεχόντων τούτων ανδρών της
Θρακικής Αίνου
αναφέρομεν κατά πρώτον: Τον
Μαργαρίτην Χατζή Φραντζήν Κούταβον(11),
ο οποίος, ευθύς ως ήχησεν η σάλπιγξ
της Εθνικής ελευθερίας ,προσήλθε
πολύτιμος αρωγός εις τους κατά θάλασσαν αγώνας της
Πατρίδος με το
πολεμικόν του πλοίον «Ποσειδών» των 12
κανονιών και πλήρωμα
57 ναυτών, μεταξύ των οποίων και ο πατήρ
του Χατζή
Φραντζής Κούταβος και αρκετοί
συγγενείς του. Ούτος κατά το 1822, αφού έλαβε μέρος εις
την εκστρατείαν
του Ολύμπου και εν συνεχεία, μετά την
καταστροφήν της
Χίου, αφού μετέφερε πλήθη εκ του
αμάχου πληθυσμού
της νήσου εις τα Ψαρά, από της 23ης
Απριλίου μέχρι της 20ής Ιουλίου του αυτού έτους
συμμετέσχε, δι' ιδίων
εξόδων, μετά του πλοίου του και των 57
ναυτών του εις
την πολιορκίαν του Ευρίπου, όπου,
συμφώνως προς
σχετικόν έγγραφον κατοίκων του
Ευρίπου και των παραλίων της
Ανατολικής Ελλάδος, «επαγρύπνει εις
το έργον του,
ώστε μήτε τροφαί μετεκομίσθησαν εις
τους εχθρούς,
μήτε καμμίαν κατάχρησιν έκαμεν εις
τους ομογενείς. Και εν ενί λόγω εστάθη τίμιος ως
καλός Έλλην πλήρης
ζήλου πατριωτικού». (Ι2)
Και
όταν, μετά την εισβολήν του Δράμαλη
εις την Πελοπόννησον
και του Αλή Πασά εις Εύβοιαν, ελύθη η
πολιορκία του Ευρίπου, ο Μαργαρίτης
Κούταβος όχι μόνον έσωσε δια του
πλοίου του πλήθος γυναικοπαίδων, αλλά
και συγκρουσθείς προς τους εχθρούς
εις Κεγχριάς, όπου
και επληγώθησαν δύο αξιωματικοί του,
παρέλαβε τα εκεί
ευρισκόμενα δια τον στρατόν
Αμερικανικά άλευρα και τα παρέδωσεν εις τον εις Ισθμόν
Γενικόν Φροντιστήν.
«Τα άλευρα ταύτα, γράφει ο κ. Κων)νος
Διαμάντης,
εφάνησαν τότε πολύ χρήσιμα εις τα εκεί
στερούμενα τροφών
στρατεύματα». (13).
Τον
Ιούνιον του 1823 πάλιν, όταν ο Πασσάς της
Θεσσαλονίκης ηπείλει έφοδον κατά
των Τρικκέρων και της
Ευβοίας,
ο Μαργαρίτης Κούταβος, παρά το γεγονός
ότι ουδεμίαν οικονομικήν ενίσχυσιν
είχε λάβει μέχρι τότε δια
τα
έξοδα του πλοίου του και των ναυτών
του, προθυμοποιείται να βοηθήση κατά
δύναμιν δια την αντιμετώπισιν
του
επερχομένου κινδύνου. Εις επιστολήν
του εκ Τριπόλεως, την 5ην Ιουνίου 1823,
προς την Προσωρινήν Διοίκησιν
της Ελλάδος, γράφει μεταξύ άλλων: «Ως
Έλλην
και ως αγωνισθείς με το
πλοίον μου και έξοδα μου εις
την
πολιορκίαν του Ευρίπου……….φλέγομαι
δια να συνδράμω με το πλοίον μου και την ζωήν μου,
όπως δώσω τοις αδελφοίς μου την
κατά δύναμιν βοήθειαν». Και αφού ζητή
από την Κυβέρνησιν να τον συνδράμη εις
τα έξοδα, τα οποία απητούντο δια την νέον
επιχείρησιν, επιλέγει «τώρα
πάλιν είμαι έτοιμος να θυσιάσω και την
ιδίαν ζωήν μου εις την ανάγκην της
Πατρίδος». (14)
Εις
απάντησιν η Κυβέρνησις, αναγνωρίζουσα
και εκτιμώσα τας προσφερθείσας
υπηρεσίας του κατά την πολιορκίαν
Ευρίπου, τον εφωδίασε με τα
αναγκαιούντα
δια την νέον αποστολήν
του και αφού κατά πρώτον του
ανέθεσε να παραπλέη «τα παράλια της
Σαλαμίνος και Αθηνών
έως εις τας στήλας του Ηρακλέους», τον
διέταξε εν συνεχεία να μεταβή μετά του,
επίσης Αινίτου, πλοιάρχου
Ιωάννου Καραβέλη ,εις την δευτέράν
πολιορκίαν
της
Ευβοίας.
Περί
τας αρχάς Νοεμβρίου 1823 ο Κούταβος
έπλευσεν εκ Πειραιώς εις τον
Ερετριακόν κόλπον, εν συνεχεία
δε μετεφέρθη εις το στρατόπεδον των
Βρυσακίων, «όπου, συμφώνως προς
σχετικόν έγγραφον, εδούλευσεν αόκνως τε πιστώς με τους αναγκαίους
ναύτας». Μετά εξάμηνον
περίπου, την 22αν Απριλίου του 1824, ήλθεν
εις τα Λιθαδονήσια δια να
εμποδίση τα εχθρικά πλοία, τα
οποία επρόκειτο να εισπλεύσουν από
τον Βόλον. Η δύναμις όμως του εχθρού ήτο
πολύ μεγάλη. Και τότε «ο γενναιότατος
Καπετάν Μαργαρίτης Κούταβος, ως αναφέρεται εις έγγραφον του
Εκτελεστικού Σώματος, το οποίον
ως Πρόεδρος υπογράφει ο Γεώργιος
Κουντουριώτης, βλέποντας εσχάτως ήδη
να κινδυνεύη και το πλοίον και αυτός
από τον εχθρικόν στόλον, το κατεβύθισε
φιλοτιμία κινούμενος δια να μην
υποπέση εις εχθρικάς χείρας»,(15) ο ίδιος δε εσώθη με
τους ναύτας του εις τα παράλια
του Παλαντίου.
Από
βραχείαν έκθεσιν του ιδίου(16)
του Μαργαρίτη Κούταβου, περί της δράσεώς του,
πληροφορούμεθα ότι
μετά την απώλειαν του πλοίου του ο
ατρόμητος ούτος θαλασσομάχος
δεν έμεινεν αδρανής, αλλά μετεβλήθη
συντόμως εις γενναίον πολεμιστήν της ξηράς.
Εφόρεσε την φουστανέλλαν, εζώσθη την
σπάθην και καταταχθείς εις τα ανδρεία στρατεύματα της ξηράς
επολέμησε υπό την οδηγίαν
των οπλαρχηγών Βάσσου, Κριτζιώτη,
έλαβε μέρος εις όλας σχεδόν τας μάχας, ευρέθη και
εις την κατά
του Κιουταχή εις Πειραιά εκστρατείαν,
και δεν απέθεσε τα όπλα, ειμή αφού του Κυβερνήτου η
φωνή διέταξε
την ανακωχήν, αναδειχθείς ούτω ως εις
των αξιωτέρων αγωνιστών εκ της Αίνου, δια την
πολύτιμον κατά την Επανάστασιν
εθνικήν προσφοράν της οποίας τονίζει
τα εξής ο ίδιος εις την εν λόγω έκθεσίν του,
αναφερόμενος, με
υπερηφάνειαν δικαιολογημένην, εις την
καταγωγήν του: «Δεν
ανήκω, γράφει, εις τας τρεις Ναυτικάς
Νήσους, αι οποίαι ανέδειξαν τους
θαλασσινούς ήρωας του αγώνος
μας. ανήκω όμως εις πόλιν
παράλιον, ήτις περικυκλωμένη από εχθρούς
επεριφρόνησε τους προφανείς κινδύνους,
ύψωσε της ελευθερίας την σημαίαν,
κατεστράφη, και τα διασωθέντα τέκνα της εις την
κοινήν πατρίδα της διεύθυνεν, όπου
εμερίσθησαν τας δάφνας των ιθαγενών».
Δια
τας προς την πατρίδα υπηρεσίας του ο
Μαργαρίτης Κούταβος
ετιμήθη με διάφορα αξιώματα, γενόμενος και Λιμενάρχης
Ναυπλίου κατά το 1824, Φροντιστής δε των Αθηνών κατά το 1825.
Ολίγα έτη προ του Κριμαϊκού
πολέμου, προβεβηκώς ήδη την ηλικίαν ο
«υψηλός, άγριος την
φυσιογνωμίαν, νευρώδης, απολέσας τον
ένα οφθαλμόν του εν ναυμαχία», όπως
τον περιγράφει ο Αδαμάντιος Ταμβακίδης, κατά
πληροφορίας της οικογενείας
Αλτιναλμάζη, ήλθεν εις την
Αδριανούπολιν, όπου
εφιλοξενήθη υπό του Μανουήλ
Αλτιναλμάζη, συγγενούς (αδελφού ή θείου)
του εκ της Αίνου καταγομένου Αργυρίου Αλτιναλμάζη, ο
οποίος είχε φονευθή εις την μάχην
της Καρύστου(17), απέθανε δε εις
τας Αθήνας, μετά
το 1865.
Άλλος
Αινίτης ναυτικός, συμπολεμιστής
μάλιστα, όπως ήδη έχομεν
σημειώσει, του Μαργαρίτη Κούταβου, είναι
ο Ιωάννης Καραβέλης, ο οποίος μετατρέψας το ιδιόκτητον
εμπορικόν του πλοίον «Άγιος Συμεών»
εις πολεμικόν, με 35 ναύτας, έλαβε μέρος
εις την πολιορκίαν
της Καρύστου κατ' αρχάς και του Ευρίπου
αργότερον, γενικώτερον δε, όπως
αναφέρεται εις σχετικόν έγγραφον,
υπογραφόμενον υπό του Αλεξάνδρου
Μαυροκορδάτου, «εδούλευσε την Πατρίδα
εις διαφόρους
κρισίμους περιστάσεις, εξοδεύσας
πολλάκις αποδεδειγμένως εξ ιδίων,
και δεν έπαυσε δουλεύων εις υπεράσπισιν
των Νόμων και της Διοικήσεως χωρίς να
λάβη πώποτε ουδ'
οβολόν». Εν τέλει, ως αναφέρεται εις άλλο έγγραφον, το πλοίον του ελήφθη «από
την νήσον Ύδραν
εις Σαλαμίνα, το οποίον μετεχειρίσθη ο
Ελληνικός
στόλος ως Πυρπολικόν»(18).
Ως
πυρπολικόν επίσης εχρησιμοποιήθη, και
εκάη
εις τον κόλπον του Βόλου εις
ναυμαχίαν του 1823, και το βρίκιον
«Μιχαήλ Αρχάγγελος» του Αινίτου Ελευθερίου Παλαιού(19), του οποίου το
πρακτικόν ορκωμοσίας
του ως φιλικού σώζεται μέχρι σήμερον
εις το
Ναυτικόν Μουσείον της
Ελλάδος εις Πειραιά.
Ιδιαιτέρως
επίσης δια τας προς την Πατρίδα υπηρεσίας του διεκρίθη και ο Αινίτης
πλοίαρχος
Χατζή
Εμμανουήλ
Τέρογλου. Ούτος
διοικών το πλοίον «Ποσειδών» και
εκτελών εμπορικά ταξίδια εξ Αιγύπτου,
τον Μάϊον του 1821 ήλθεν εις Σάμον, όπου
πληροφορηθείς την έκρηξιν της
Επαναστάσεως και μυηθείς εις
την Φιλικήν Εταιρείαν υπό του
Λυκούργου Λογοθέτου,
αφωσιώθη εξ ολοκλήρου εις την
υπηρεσίαν του αγωνιζομένου Έθνους». «Ακούσας
την Ιεράν Επανάστασιν, γράφει
εις σχετικήν αναφοράν του,
κατεφρόνησα και κέρδη
και αναπαύσεις και κινδύνους και
απεφάσισα να γίνω
εγώ και το πλοίον μου θύμα υπέρ της
Πατρίδος». Πολυτίμους
υπηρεσίας προσέφερεν ο Τέρογλου
κυρίως κατά την
εκστρατείαν των υπό τον Λυκούργον
Λογοθέτην Σαμίων δια την εξέγερσιν εις
Επανάστασιν της νήσου
Χίου, ότε μετέφερε στρατιώτας και
περιήρχετο φυλάττων τα παράλια,
εμποδίσας επανειλημμένως τα μικρά
εκ της απέναντι Μικρασιατικής ακτής
Τουρκικά πλοιάρια
να αποβιβάσουν στρατεύματα εις την
νήσον, ως επίσης
και κατά την επακολουθήσασαν τον
Απρίλιον του
και πλήρωμα 32 ανδρών έλαβε μέρος εις
ναυμαχίαν σώσε δια του πλοίου του χιλίας και πλέον
ψυχάς εις Σάμον
(20).
Γνωστοί
επίσης δια την δράσιν των καθ' όλην την
διάρκειαν της Επαναστάσεως είναι
και οι ναυτικοί της
Αίνου
Στρατής Σκόρδος, ο οποίος με το πλοίον του και πλήρωμα 32 ανδρών έλαβε
μέρος εις ναυμαχίαν πλησίον
της Λέσβου, ο Καπετάν Γεώργιος Χ ο ύ λ ι α ρ ο ς, Κυβερνήτης του «βριγαντίνου
Άγιος Νικόλαος»,
ο Γρηγόριος Κομνηνού, ο οποίος ηγωνίσθη με το σκάφος του παρά το
πλευρόν των Ψαριανών,
ο
Βασίλειος
Χριστόφορου, ο οποίος αναφέρεται
ότι το 1825 διετέλει μετά των υπ' αυτόν
στρατιωτών υπό τας διαταγάς
του Στρατηγού Καρατάσου εις
Ύδραν, ο Αγγελής Αργυρίου, ο οποίος εβοήθησε με την σκούναν
του εις διαφόρους πολιορκίας, ο Σαράντος Παπίνης, Κυβερνήτης της
σακολέβας «Παναγία», ο
Μιχαήλ Πλόκας προκινδυνεύσας, ως αναφέρεται εις σχετικόν
έγγραφον, απ' αρχής
πολλαχού
υπέρ Πατρίδος και πολλοί άλλοι (21).
Κατ'
εξοχήν όμως πολυτίμους και αξίας της
ευγνωμοσύνης
του Έθνους υπηρεσίας, μεταξύ όλων των
Αινιτών και
γενικώτερον των Θρακών, προσέφερον
εις την Επανάστασιν το γνωστόν ζεύγος των ηρώων,
ο Αντώνιος και
Δόμνα Βισβίζη, την εξαιρετικήν
εθνικήν δράσιν και
προσφοράν των οποίων πρέπει να
μνημονεύσωμεν ιδιαιτέρως.
Ο
Πλοίαρχος Αντώνιος Βισβίζης και η
σύζυγος του
Δόμνα ανήκουν εις την τάξιν των
φλογερών και ενθουσιωδών
εκείνων Πατριωτών ,οι οποίοι
κατανοούντες δεόντως και εκ των
πρώτων, ως ισχυροί και ευαίσθητοι
δέκται των
μηνυμάτων της Εθνικής ζωής που
είναι, την σοβαρότητα
και την ιστορικήν βαρύτητα των
μεγάλων στιγμών του
Έθνους, προσφέρουν κατ'
αυτάς με γενναιοψυχίαν τα
πάντα
εις την υπηρεσίαν της Πατρίδος.
Προκειμένου
δια την Εθνικήν ελευθερίαν η συνείδησις του προς την Πατρίδα χρέους,
έχει την πραγματικήν
έκφρασίν
της εις την απόφασιν της
ανεπιφυλάκτου προσφοράς και της θυσίας. Η
θέλησις, λέγει ο Σολωμός, είναι η πιο μεγάλη δύναμις δια την
απόκτησιν της ελευθερίας,
θέλησις όμως σημαίνει χρέος, Θέλει
πραγματικώς μόνον εκείνος ο οποίος
είναι πρόθυμος να πάθη. Την βασικήν
αυτήν αρχήν έχοντες ακριβώς ως βίωμα ο
Αντώνιος
και η Δόμνα Βισβίζη ανταπεκρίθησαν με
θαυμαστήν όσον και
συγκινητικήν προθυμίαν εις το
εθνεγερτήριον σάλπισμα, προσελθόντες
εκ των πρώτων εις την υπηρεσίαν του
ιερού αγώνος, αφού εξώπλισαν δι' ιδίων
το μεγάλο πλοίον των, επί του οποίου
επεβιβάσθησαν αμφότεροι
μετά των πέντε τέκνων των(22).
Τούτο
συνέβη την 2αν Μαΐου 1821, όταν πλοία εκ Ψαρών
υπό τον Γιαννίτοην ελθόντα εις την
Αίνον εβομβάρδισαν
το τουρκικόν φρούριον και εκυρίευσαν
το οχυρόν, εκ του οποίου παρέλαβον και
έφερον εις Ψαρά 24 κανόνια.
Τότε ο Καπετάν Βισβίζης, ο οποίος,
σημειωτέον, είχε μυηθή εις την Φιλικήν
Εταιρείαν από της 15ης Μαρτίου
1821 και ήδη την 23ην Μαρτίου είχεν
αποβιβάσει δια
του πλοίου του εις τον Άθω τον
Εμμανουήλ Παπάν με πολεμοφόδια και όπλα, θεωρήσας τότε
εξαιρετικήν την
ευκαιρίαν δι' εντονωτέραν και πλέον
υπεύθυνον εθνικήν δράσιν, ηκολούθησε
με ενθουσιασμόν τους ηρωικούς Ψαριανούς,
επιβιβασθείς με ολόκληρον την
οικογένειάν του επί του πλοίου του
«Καλομοίρα», το οποίον ήτο βρίκιον
με 16 κανόνια και 140 ναύτας και, το
περίεργον δια την εποχήν εκείνην,
με ειδικήν αίθουσαν, εις την οποίαν εγίνοντο
αι συνεδριάσεις του Αρείου Πάγου και
άλλα συμβούλια,
παρουσία του Οδυσσέως Ανδρούτσου και του
Νικηταρά.
Το
πλοίον τούτο του Βισβίζη, το οποίον
μετά των 4 πλοίων του Γιαννίτση και 7 άλλων
εκ Ψαρών ετέλει υπό την
αρχηγίαν του Γ. Σκανδάλη, έλαβε μέρος
κατά πρώτον εις τας ναυμαχίας του Αγίου
Όρους, της Λέσβου και της
Σάμου, τον δε Δεκέμβριον του 1821, μετά
την καταστροφήν της Κασσάνδρας και
την καταστολήν της Επαναστάσεως
εις το Άγιον Όρος, παρέλαβε και διέσωσε, αλλ' εξηντλημένον ήδη
από τας κακουχίας και τας συγκινήσεις
της τραγικής του περιπετείας, τον
αρχηγόν της Επαναστάσεως της
Ανατολικής Μακεδονίας Εμμανουήλ Παπάν, ο οποίος, ως
γνωστόν, υπέκυψε κατόπιν καρδιακής
προσβολής, καθ' ον χρόνον το πλοίο του
Βισβίζη (23)
παρέπλεε τον Καφηρέα και
μετακομισθείς εις Ύδραν ετάφη με τιμάς
αρχιστρατήγου.
Από
την Ύδραν ο Βισβίζης έπλευσεν εν συνεχεία εις Βόλον και Τρίκκερι και
έπειτα εις το στενόν
της Ευβοίας, όπου οδηγών 30 ιστιοφόρα
εβοήθει εις τας επιχειρήσεις της
Ανατολικής Ελλάδος υπό
τον Δημήτριον Υψηλάντην και Οδυσσέα
Ανδρούτσον. Από τας αρχάς Απριλίου
μέχρι τέλους Ιουλίου
του 1822, παραπλέων συνεχώς ο Καπετάν
Βισβίζης τα παράλια επολέμησε με πείσμα
εναντίον των εχθρικών
στρατευμάτων εις την Στυλίδα,
Θερμοπύλας, Μύλους
και Βρυσάκια Ευρίπου κανονιοβολών
αυτά ακαταπαύστως
με ιδικά του πάντα πολεμοφόδια.
Μεγάλην ιδίως
βοήθειαν προσέφερεν εις το υπό τον
Οδυσσέα Ανδρούτσον
Ελληνικόν σώμα εις Αγίαν Μαρίναν, το
οποίον, αφού επί 20 περίπου ημέρας
αντεστάθη εκεί με γενναιότητα
εναντίον 18 χιλιάδων εχθρών, διέτρεχεν
ήδη μεγάλον κίνδυνον ένεκα ελλείψεως
εφοδίων. Τότε ο Βισβίζης,
βομβαρδίζων συνεχώς τους εχθρούς δια
των κανονιών
του, έδωσε τον καιρόν εις τους Έλληνας
να επιβιβασθούν
εις τα παραπλέοντα μικρά πλοία εκ
Τρικκέρων και
Λήμνου και να μεταφερθούν νοτιώτερον(24).
Και
τότε, κατά την κρισιμωτέραν φάσιν της
πολιορκίας
του Ευρίπου και εις μίαν βραχυτάτην
ένδοξον στιγμήν, «δι'
ελαχίστου καιρού τύχης άμα ακμή της
δόξης μάλλον ή του δέους», όπως θα
έλεγεν ο Περικλής, ο γενναίος
Βισβίζης, ο «την των εναντίον τιμωρίαν
ποθεινοτέραν»
θεωρήσας εξ όλων των αγαθών και εις
τον κάλλιστον των κινδύνων όχι μόνον εαυτόν αλλά
και ολόκληρον
την οικογένειάν του και συγχρόνως
ολόκληρον την
μεγάλην
περιουσίαν του διαθέσας, προσέφερε
τότε εις
την πατρίδα και το
πολυτιμότερον που είχε, την ζωήν του,
την υπερτάτην προσφοράν εις το
υπέρτατον καθήκον.
Και
τότε «θα επερίμενε κανείς, γράφει ο
Αδαμάντιος Ταμβακίδης, ν' αποσυρθή
πια το τολμηρό μπρίκι, για να πάη
να κλάψη το σκοτωμένον καπετάνιο του.
Αλλ' αν ο καπετάνιος απέθανεν, δεν
έμεινεν το καράβι ακυβέρνητον.
Η Δόμνα, η τολμηρή Θρακιώτισσα γυναίκα
του καπετάνιου,
που είχε πάρει προ πολλού το βάπτισμα
του πυρός
απάνου στο καΐκι του καπετάν Βισβίζη,
απ' τον καιρόν
που βγαίνοντας απ' την Αίνο
συναντήθηκεν η «Καλομοίρα» με τα Ψαριανά καράβια του
καπετάν Γιαννίτση
και έλαβε μέρος στον βομβαρδισμό του
Τουρκικού Φρουρίου
της Αίνου, βλέπει πώς δεν έχει καιρόν
να χάνη κλαίοντας
τον άνδρα της.
Διατάσσει
αμέσως να μεταφέρουν το νεκρό σώμα
του ανδρός της στο αμπάρι για να
το κλάψουν τα παιδιά
του,
και αυτή με τον υπαρχηγό του πλοίου,
τον καπετάν
Σταυρή, συνεχίζει το
έργον της»(25).
Επί
τριετίαν ολόκληρον η Δόμνα Βισβίζη
διέσχιζε
υπερήφανα τα Ελληνικά πελάγη
αψηφούσα τας βόμβας
και
τας σφαίρας του εχθρού και
προσφέρουσα παντού
την
πολύτιμον βοήθειάν της, καθ' όλην δε
την περίοδον αυτήν εξώδευσεν εξ ιδίων δια τας δαπάνας
των εκστρατειών
και το εξ 140 ανδρών πλήρωμα του πλοίου
της. Οι ηρωισμοί της, εφάμιλλοι της
Μπουμπουλίνας και της Μαντώς
Μαυρογένους, την ανέδειξαν αξίαν
σύζυγον γενναίου
καπετάνιου και ανταξίαν της ηρωικής
γενεάς και των
μεγάλων του έθνους στιγμών, τας οποίας
υπηρετούσε,
καύχημα δε και σέμνωμα των Ελληνίδων
της μαρτυρικής Θράκης τας οποίας εκπροσωπούσε.
Φύσις
προνομιούχος εις αρετήν και τόλμην
και συγκροτημένη εις προσωπικότητα
επιβλητικήν και ακτινοβολούσαν
από μεγαλείον ηρωϊκόν και αρχοντιάν
Ελληνικήν, προεκάλει τον θαυμασμόν,
αλλά και ενέπνεε συγχρόνως
τον σεβασμόν και την εμπιστοσύνην όχι
μόνον εις
τους ναύτας της και τους
απλούς στρατιώτας των Ελληνικών
σωμάτων της Ανατ. Στερεάς, αλλά και εις
αυτούς
τους αρχηγούς τούτων, οι οποίοι,
οσάκις είχον να επιλύσουν
διαφοράς μεταξύ των, συνήρχοντο ως εις
φιλικόν έδαφος,
εις το πλοίον της Βισβίζη, της ηρωικής
αλλά και συνετής αυτής θαλασσομάχου, δια
να συζητήσουν
τας προσωπικάς γνώμας και απόψεις των
και εναρμονίσουν τας επί του
πρακτέου εκάστοτε αποφάσεις και ενεργείας των. Εις το πλοίον της Βισβίζη
επίσης, το οποίον,
ως προηγουμένως ανεφέρθη, διέθετε και
ειδικήν αίθουσαν συνεδριάσεων, είχε
την έδραν του επί αρκετόν χρονικόν
διάστημα ο Άρειος Πάγος, το Ανώτατον
δηλαδή, κατά
την Επανάστασιν, Διοικητικόν Όργανον
της Ανατολικής
Στερεάς Ελλάδος (26).
Και
όταν, λόγω των μεγάλων φθορών πού
είχεν υποστή από την πολλήν χρήσιν,
έπαυσε πλέον η «Καλομοίρα»
να
είναι το άλλοτε υπερήφανον και άνετον
πλοίον, από
του οποίου ο Άρειος Πάγος
διηύθυνε τας επιχειρήσεις
εις την Εύβοιαν και την Στερεάν, η Δόμνα
Βισβίζη το παρεχώρησε τότε εις την
Ύδραν ως πυρπολικόν, και δ' αυτού το 1824 ο πυρπολητής
Πιπίνος ανετίναξεν εις τον
Τσεσμέν
την Τουρκικήν Φρεγάταν, επί της οποίας
ευρίσκετο το
θησαυροφυλάκιον του σουλτανικού
στόλου.
Και
τότε η θρυλική Θρακιώτισσα
θαλασσομάχος,
που η φήμη της είχεν επαξίως
απλωθή όσον και της ηρωϊκής
Μπουμπουλίνας και το όνομά της
επρόφεραν με σεβασμόν
όλοι, απεσύρθη από τους θαλασσινούς
αγώνας και
έζησεν ησύχως με τα πέντε παιδιά της
εις ένα φτωχό σπιτάκι της Σύρου, ευτυχισμένη που
αξιώθηκε να ιδή ελεύθερο
ένα κομμάτι γης Ελληνικής, και με
ήσυχον ως
Ελληνίδα την συνείδησίν
της, διότι δια το μέγα της Εθνικής
Ελευθερίας αγαθόν είχε προσφέρει και
αυτή κατά δύναμιν και υπέρ δύναμιν
τας υπηρεσίας της και ακόμη ό,τι πολυτιμότερον είχε:
Τον γενναίον σύζυγόν
της.
Και μαζί με τον ήρωά της και ολόκληρον
την περιουσίαν της.
Το διαβάζομεν και εις σχετικήν προς
την προσωρινήν Διοίκησιν της Ελλάδος
επιστολήν της, της 11ης Αυγούστου 1824,
όπου εν αρχή γράφει: «Ο μακαρίτης ανήρ μου Καπιτάν Αντώνης Βισβίζης
καλούμενος ευθύς
ότε άνοιξε το στάδιον του ιερού τούτου
αγώνος, δεν έλειψεν
από το ν' αγωνίζεται και με το ίδιον
του σώμα και με
τα χρήματα του, τα οποία εξώδευσεν εις
όφελος του Έθνους, και τελευταίον εθυσίασε
κ«ι την ιδίαν
του ζωήν εις την κατά την Εύριπον
Μάχην»(27). Εις
άλλην δε επιστολήν, της θυγατρός της
Μαριορίτσας
Βισβίζη, υπό ημερομηνίαν 1-1-1829, δια της
οποίας αυτή προσφέρει εις τον
πρώτον Κυβερνήτην του ελευθέρου
Έθνους Ιωάννην Καποδίστριαν τον Επιτάφιον
λόγον του πατρός της και παρακαλεί
όπως «εκ των του
τύπου πιεστηρίων εις φως εκδοθήσεσθαι»,
διαβάζομεν, μεταξύ άλλων και τούτα τα θερμά από
πατριωτισμόν
και συγκινητικά λόγια, «Χρέος φυσικόν,
γράφει, εξοχώτατε, στοργή πατρική και
έμφυτος του πατρικού μεγίστου μοι
φίλτρου, ου μόνον αναγκάζει, αλλά
βιάζει με, ως τολμηρά φανήναι, και
τολμώ ενθαρρυνομένη το έμφυτον
και καλοκάγαθον της φιλανθρώπου και
φιλευσπλάχνου της ψυχής καλώς
οίδουσα, προστρέχω αφιερούσα προς
τας πάνυ μοι Σεβαστάς χείρας, της
Υμετέρας εξοχότητος,
ως απαρχήν εκ της πατρίδος, και,
σμικρόν πάνυ δώρον, τον του Μακαρίτου πατρός μοι
Επιτάφιον λόγον,
του υπέρ της ανακτήσεως της πατρίδος
του ζην λήξαντος,
το πολυτιμότατον, (ως παρ' εμοί), και
πράγμα και
όνομα. Και ώσπερ η Φαίδρα προς το
ελευθερώσαι την αυτής
πατρίδα Μεγαλόπολιν επιστρέφουσα, και
την των πατρικών αυτής λειψάνων κόνιν μεθ' αυτής
έφερεν ως ταύτη
καταθάψαι, ούτω καγώ, της Ελλάδος ήδη
ανεγειρομένης
και την τυραννίαν αποσεισαμένης,
μεγίστη τε χαρά ως άλλην μοι φίλην
και τριπόθητον πατρικήν κόνιν,
εις τας του Σωτήρος και ελευθερωτού
της Πατρίδος χείρας
αυτήν αποταμιεύουσα, και πολλώ τω
σέβας θερμώς
καθικετεύω, όπως η φιλανθρωποτάτη και
μεγαλόδωρος
ψυχή διατάξη, και εκ των του τύπου
πιεστηρίων εις φως εκδοθήσεσθαι, καγώ
τε πλείστας όσας τας χάριτας
ευγνωμόνος ομολογήσω» (28).
Όταν
το 1824 ήλθεν εις την Ελλάδα, ως απεσταλμένος του Φιλελληνικού
Συλλόγου των Παρισίων, ο Γάλλος
στρατηγός Ρός, δια να πάρη μαζί του
μερικά Ελληνόπουλα,
τα οποία θα εσπούδαζον με υποτροφίαν
εις την Γαλλίαν,
μεταξύ των 10 εν συνόλω επιλεγέντων,
κατά προτίμησιν εκ των απογόνων των
ονομαστών αγωνιστών της
Επαναστάσεως, όπως του Κανάρη, του
Γιαννίτση, του Μπότσαρη, του
Μπαλάσκα και άλλων, ήτο και ο μεγαλύτερος και ομορφότερος υιός της
Βισβίζη Θεμιστοκλής, ο οποίος, όταν
έφθασεν εις την Γαλλίαν, έγινε το
αγαπημένο παιδί των φιλελληνικών
κύκλων των Παρισίων
και έτυχε της ιδιαιτέρας προστασίας
της κυρίας Ρεκαμιέ
και της επί Ελληνική καταγωγή
καυχωμένης δουκίσσης
Νταμπρεντές, ενώ η Γαλλίς καλλιτέχνις
Αδέλα Ταρντιέ(29) εφιλοτέχνησε την
προσωπογραφίαν του, η οποία
εκυκλοφόρησε τότε εις χιλιάδας
δελταρίων εις ολόκληρον
την Γαλλίαν, ως αντιπροσωπευτική
μορφή Ελληνοπούλου.
Ωραίαν περιγραφήν της εν λόγω προσωπογραφίας,
αντίγραφον της οποίας φυλάσσεται εις
το Εθνολογικόν Μουσείον Αθηνών, μας άφησεν ο
προαναφερθείς
Αδαμάντιος Ταμβακίδης, πρώην
Γυμνασιάρχης Αλεξανδρουπόλεως.
Παραθέτομεν χαρακτηριστικόν απόσπασμα
με το οποίον και κλείνομεν το παρόν
κεφάλαιον: «Η χαλκογραφία μας παρουσιάζει το
Θρακόπουλο εις τας
αρχάς της εφηβικής ηλικίας, με
ενδυμασίαν ρουμελιώτη
λεβέντη, με σκουφάκι κολλημένο σχεδόν
στο κεφάλι του,
με μαλλιά άκοπα, μακρυά και σγουρά,
φθάνοντα από τους δύο κροτάφους εις τους ώμους
με χάρη και κομψότητα
και τέχνη, με πρόσωπο ελαφρώς
μελαχροινό, με μάτια και φρύδια
κατάμαυρα. Η όλη του προσώπου έκφρασις
μας φανερώνει παιδί που δεν είναι ξένο
στα γυρίσματα
της τύχης, που είναι ζυμωμένο με τις
πίκρες και τις φουρτούνες της ζωής του και του
γένους του. η φυσιογνωμία
του μας παρουσιάζεται
αντιπροσωπευτική του
τύπου της τότε νέας Ελληνικής γενεάς,
η οποία πιστεύουσα
εις το δίκαιον των αγώνων της φυλής
ατενίζει μετ'
εμπιστοσύνης και πεποιθήσεως εις το
μέλλον. Τα μάτια
του καθαρά και ολάνοιχτα μας
παρουσιάζουν την αγνότητα και την ιερότητα της Ελληνικής
ιδέας, η οποία δια
των αγώνων και των προσπαθειών αυτής
επιδιώκει να επιβληθή εις τας
συνειδήσεις φίλων και εχθρών με το δίκαιον της και το μεγαλείον της»(30).
(1)
Νικ.
Στάγκου, Λησμονημένες
μορφές της
Ελληνικής Ελευθερίας Εφημ. «Ελλ. Βορράς» της 25-3-1971 σελ.
5 και 7. Επίσης «Θρακικά»
παράρτημα Γ' τόμ.
(1931), σελ. 50—51.
(2)
Βλ. Διονυσίου
Α. Κοκκίνου,
Η Ελληνική
Επανάστααις,
Αθήναι 1957,
τόμ. Β' σελ. 397—400.
(3)
Απ. Βακαλοπούλου,
Τα Ελληνικά στρατεύματα του
1821, Θεσσαλονίκη 1948, σελ. 54.
Επίσης εις παράρτ. Γ' τόμ. Θρακικών (1931).
σελ. 22.
(4)
Κωνστ. Α. Διαμάντη, Θράκες αγωνισταί
κατά την Επανάστασιν του 1821
Γ' υπ' αριθμ. 117 δημοσίευμα Εταιρείας
Θρακικών μελετών, Αθήναι 1964, σελ. 48.
(5) Κ. Α. Διαμάντη Θράκες αγωνισταί κατά την
Επανάστασιν του 1821, Β' Αθήναι 1963, σελ. 160—161.
(6) Κ. Α. Διαμάντη, ε.ά.
Επίσης Θρακικά, παρ.
Γ' τόμ.
(1931) σελ.
22—25.
(7)
Κ. Α.
Διαμάντη: Οι
Θράκες εις την υπηρεσίαν της Πατρίδος,
υπ’ αριθμ. 85 δημοσ. Εταιρ.
Θρακ. Μελετών, Αθήναι 1960, σελ. 75—76.
(8) Κ. Παπαϊωαννίδου: Η Σωζόπολις κατά την
Ελληνικήν Επανάστασιν, Θρακικά,
Παράρτημα Γ' τόμου (1931) σελ. 49—52.
(9)
Α. Ταμβακίδου: Συμβολή της
Θράκης εις την Επανάστασιν του 1821, Θρακικά Γ' τόμ. σελ. 45.
(10)
Α. Ταμβακίδου: ε.ά. σελ. 44, 45. Επίσης Κ. Α.
Διαμάντη: Οι Θράκες
εις την υπηρεσίαν της Πατρίδος, Αθήναι
1960 (Εταιρ. Θρ. Μελ. αριθμ.
85) σελ. 73. Επίσης Πολ. Παπαχριστοδούλου:
Στους Ορφικούς δρυμώνες,
Αθήναι 1960 (Εταρία Θρακ. Μελετών αριθμ. 83
) σελ.
82-83.
(11)
Δια τον Μαργαρίτην Κούταβον βλ. βασικώς
Κωνστ. Διαμάντη: Θράκες,
αγωνισταί κατά την Επανάστασιν του 1821 Α'
(1962), σελ. 25—80, Β' (1963),
σελ. 19—87 και Γ' (1964) σελ. 11—21 (Εταιρ.
Θρακ. Μελετών).
(12)
Κ.
Διαμάντη, έ. α. τομ. Α' σελ. 49—50.
(13)
Κ. Διαμάντη έ.α. τόμ. Α', σελ. 26.
(14)
Κ. Διαμάντη,
έ.α. τομ. Α',
σελ. 59.
(15)
ως ανωτέρω, σελ. 68.
(16)
Εδημοσιεύθη
εις την
Ελληνο - γερμανικήν
Εφημερίδα «Ελπίς
Η ο f f n u n
g
», Έτος Α', αριθμ. 64—65 (15 - 27 Ιουλίου 1837),
Βλ. «Θρακικά» τομ. 12 σελ. 215.
(17) Αδ.
Ταμβακίδου, ε. ά. σελ. 45—46.
(18)
Βλ.
Κ. Διαμάντη:
Θράκες αγωνισταί κατά την
Επανάστασιν του 1821
τομ. Β' Αθήναι 1963 (Εταιρ. Θρακ. Μελετών)
σελ. 90—119
και
τόμος Γ' σελ. 20—21.
(19)
Βλέπε,
έ.α. σελ. 143—156.
(20)
έ.α. Β' σελ.
174—175.
(21)
έ.α. Β' σελ. 162—173 και Γ' σελ. 29 και
41—42.
(22)
Δια τον Αντ. Βισβίζη και την σύζυγον
αυτού Δόμναν γενικώς βλέπε: α) Πολ.
Παπαχριστοδούλου: Πνευματικοί άνδρες...
της Θράκης, Εταιρ. Θρακ. Μελετών, αριθμ.
138, Αθήναι 1966, σελ. 93— 96. β) Του αυτού:
Στους Ορφικούς δρυμώνες, Ε. Θ. Μ. αρ. 83, Αθήναι,
1960, σελ. 33. γ) Κ. Διαμάντη έ. ατομ. Β' σελ.
120—142 και Γ' σελ. 21—28. δ)
Μαγκριώτη: Ο Ελληνισμός της Θράκης υπό την σουλτανικήν δουλείαν,
Αρχείον Θράκης, Αθήναι 1969, σελ.
186—187.
(23)
Διονυσίου Κοκκίνου:
Η Ελληνική Επανάστασις, τόμ. Β'
Αθήναι 1957, σελ. 422.
(24)
Διονυσίου
Κοκκίνου: Η Ελληνική Επανάστασις, τομ. Δ'
Αθήναι 1960,
σελ. 260—261 και τόμ. Ε' Αθήναι 1967, σελ. 277.
(25)
Αδ. Ταμβακίδου:
Συμβολή της Θράκης εις την
Επανάστασιν του 1821, «Θρακικά»
παράρτημα Γ' τόμος (1931)
σελ. 46.
(20)
Δίον. Κοκκίνου, έ.α. Τόμ. Ε', σελ. 277.
(27)
Κωνστ. Διαμάντη: Θράκες αγωνισταί κατά,
την Επανάστασιν του 1821, τόμ. Β' σελ. 120 (Εταιρ.
Θρακ. Μελετών, αριθμ. 110, Αθήναι 1963).
(28)
Κωνστ.
Διαμάντη, έ.α. τομ. Γ' σελ. 26—27
(Εταιρ. Θρακ. Μελετών,
αριθμ. 117,
Αθήναι 1964).
(29)
Παναγ. Κλώθου, Αντώνιος και
Δόμνα Βισβίζη, Δελτίον Νομαρχίας «ΕΒΡ0Σ»,
Μάρτιος - Ιούνιος 1971, Αλεξανδρούπολις,
σελ. 12—13.
(30)
έ.α. σελ. 48.
|
|