Η ΕΛΛΗΝΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΑΙΔΕΙΑ 

ΕΝΟΠΟΙΟΣ ΠΑΡΑΓΩΝ ΤΩΝ ΒΑΛΚΑΝΙΚΩΝ ΛΑΩΝ.

Δρ Στάθης Ν. Κεκρίδης, Λέκτωρ

 Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης

Τμήμα Ιστορίας-Εθνολογίας

 

H Επανάσταση του 1821, την επέτειο της οποίας σύσσωμος ο Ελληνισμός τιμά, και την παράδοση αυτή με συνέπεια και πιστότητα τηρεί το Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιό μας, δεν αποτελεί ορόσημο μόνο για την ιστορία της εθνικής μας ελευθερίας αλλά και σημαντική καμπή για την βαλκανική διάσταση της ελληνορθόδοξης παιδείας και του ενοποιού ρόλου της κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Το θέμα όμως δεν επιλέχθηκε μόνο γι' αυτόν τον λόγο ή επειδή τα δρώμενα στο βαλκανικό χώρο βρίσκονται στο επίκεντρο των επιστημονικών αναζητήσεων του σημερινού ομιλητή. Συνετέλεσαν κυρίως τρεις άλλοι λόγοι:

O πρώτος είναι επικαιρικός. ΄Ο,τι αφορά στα Βαλκάνια, σήμερα βρίσκεται στην πρώτη σειρά της επικαιρότητος. Η γνώση της παιδείας και του πολιτισμού αποσαφηνίζει τις αναταράξεις που επικρατούν σήμερα σ' αυτά, όπου συγκρούονται τρεις διαφορετικοί πολιτισμοί με βαθειές θρησκευτικές καταβολές και πεδίο μάχης τη Βοσνία: ο βοσνιακός Μουσουλμανισμός, ο κροατικός Ρωμαιοκαθολικισμός και η σερβική Ορθοδοξία.

Ο δεύτερος είναι επειδή στη μελέτη των πολιτισμών των βαλκανικών λαών, οι οποιεσδήποτε μεθοδολογικές σχηματοποιήσεις, επιβαλλόμενες συχνά στην ιστοριογραφία για την τιθάσσευση του ιστορικού υλικού και τη συστηματική κατάταξή του, δεν φαίνεται να ισχύουν. Οχι μόνο γιατί η Βαλκανική κατοικείται από πανπερμία φυλών και εθνοτήτων αλλά και γιατί το φαινόμενο της αλληλοδιεισδύσεως των πολιτισμικών συνόρων είναι ορατό . Το φαινόμενο αυτό δεν περιορίσθηκε και δεν καθορίσθηκε από τη γεωγραφική κατανομή και διασπορά των εθνικών ομάδων. Μορφοποιήθηκε από τις ρηξικέλευθες πρωτοβουλίες της Ορθόδοξης Εκκλησίας και τη συνακόλουθη δραστηριότητα προσωπικοτήτων, που, μεταφέροντας την ευαγγελική διδαχή, δημιούργησαν ογκώδη πολιτισμικά ρεύματα και καθιέρωσαν "κοινούς παρονομαστές ιστορικής υπάρξεως στις εθνικές ομάδες".

Ο τρίτος λόγος είναι η σχηματοποίηση στο βαλκανικό χώρο του φαινομένου της ''πολιτισμικής κοινοκτημοσύνης''. 'Ο,τι ανήκει στον ελληνορθόδοξο πολιτισμό δεν είναι στενά "ελληνικό" με την εθνική σημασία του όρου. Τόσο ο Ελληνισμός με τον οικουμενισμό του, όπως με ευκρίνεια διατυπώθηκε στον Ισοκράτειο ορισμό ότι "΄Ελληνας καλείσθαι τους της παιδεύσεως της ημετέρας μετέχοντας'', όσο και η Ορθοδοξία με δείκτες πορείας το "πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη", και το Παύλειο "ουκ ένι Ιουδαίος, ουδέ ΄Ελλην, ουκ ένι δούλος ή ελεύθερος, ουκ ένι άρσεν ή θήλυ", θεμελίωσαν με τη σύνθεσή τους το οικουμενικό και υπερεθνικό πνεύμα της ελληνορθόδοξης παραδόσεως. Aκολουθώντας τη διαχρονική παραδοσιακή γραμμή που χάραξε η πατερική σκέψη από την εποχή του Ιουστίνου του Φιλοσόφου και Μάρτυρα, η Εκκλησία πολιτεύθηκε υπερεθνικά και υπερφυλετικά. Η παράδοσή της στάθηκε ξένη προς κάθε μορφή εθνοφυλετισμού ή σωβινισμού. Κανένα λαό δεν θεώρησε περιούσιο μέσα στο ιστορικό γίγνεσθαι και σε κανένα δεν παραχώρησε το δικαίωμα να την μονοπωλεί. Ο τονισμός του ενοποιού ρόλου της παιδείας δεν αποσκοπεί στην υποβάθμιση των κοινωνικών, οικονομικών ή ακόμη και των γεωπολιτικών δεδομένων, που συνέβαλαν στη θεμελίωση ενός ιστορικά προσδιορισμένου κοινού υπόβαθρου των βαλκανικών λαών. Η προσέγγισή τους όμως, πέρα από το γεγονός ότι είναι συχνά δυσδιάκριτα, εκφεύγει από το πλαίσιο της ομιλίας αυτής.

Με βάση αυτές τις συνοπτικές αποσαφηνίσεις, πρέπει να τονισθεί με έμφαση ότι ο ελληνορθόδοξος πολιτισμός, δεν ανήκει κατ' αποκλειστικότητα στους ΄Ελληνες. ΄Οπως κάθε υψηλού επιπέδου πολιτισμός υπερέβη τα σύνορα του λαού που τον θεμελίωσε. Τον έχουμε μοιρασθεί με όλους εκείνους που τον δέχθηκαν και αποδέχθηκαν να πλαστουργήσουν τη ζωή και την παιδεία τους με τις Ελληνορθόδοξες αξίες και τα ιδανικά.

΄Ολοι οι σύγχρονοι αναλυτές συμφωνούν μ' αυτό, που πιστοποίησε τελεσίδικα πια, η ιστορική έρευνα. ΄Οτι δηλαδή η μοναδική βάση επάνω στην οποία στηρίζεται ο πνευματικός και κοινωνικός βίος των λαών της Βαλκανικής είναι η Ορθόδοξη χριστιανική πίστη. Η διδαχή της, όπως αυτή μετουσιώθηκε και σε καθημερινή πρακτική, θεμελίωσε και σφράγισε ανεξίτηλα τον πολιτισμό αυτών των λαών. Υπήρξε καθοριστικός παράγων της ιστορικής πορείας τους, αρχικά ως κορυφαίος πνευματικός - πολιτιστικός συντελεστής της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, στη συνέχεια δε μοναδικός συνεκτικός κρίκος των χριστιανών υποδούλων της Οθωμανικής επικράτειας.

Η Εκκλησία διέθετε, έναντι των επιδόξων ανταγωνιστών της, ένα σοβαρό πλεονέκτημα. Δεν υπήρξε ποτέ για τους λαούς ξένη δομή εξουσίας, ούτε κάποια αφηρημένη έννοια του εγχώριου πολιτισμού, κατανοητή μόνον από κάποια ιlite. Αντίθετα ενσαρκώνονταν μέσα στην καθημερινή ζωή των λαών, παραμένοντας ταυτόχρονα κορυφαίο πολιτιστικό ιδεώδες και υπέρτατος κριτής των παραδόσεών τους. Εγινε μητέρα και τροφός , magistra vitae, όχι μόνο πνευματικά αλλά και πολιτιστικά. Χωρίς την παρέμβασή της, κι αυτό δεν αποτελεί ρητορικό σχήμα, δεν θα αποκτούσαν πολιτιστική οντότητα. Ποιός σήμερα θα μπορούσε να φαντασθεί τον Σερβικό ή τον Βουλγαρικό πολιτισμό ερήμην της Ορθοδοξίας;

Ο πολιτιστικός πλουραλισμός, οι γλωσσικές προσαρμογές, ο ειρηνοποιός και ηθο-ποιός χαρακτήρας της, η ταύτιση με τις τοπικές συνθήκες και τη λαϊκή ευσέβεια και η μη συμπόρευσή της με τις οποιεσδήποτε ιμπεριαλιστικές και αποικιοκρατικές επιδιώξεις, είχαν μιαν αυτονόητα αποδεκτή θέση στη γενικότερη προοπτική της αποστολής της Εκκλησίας μέσα στον κόσμο. Το πνεύμα της Ορθοδοξίας δεν επέτρεπε τη γένεση ρατσιστικής ιδεολογίας, πίστεως δηλαδή στη φυσική-βιταλιστική διάκριση των ανθρώπων. Η Εκκλησία δεν κατακτά. Προσφέρεται προς κατάκτηση. Παρά την ανωτερότητα του ελληνικού πολιτισμού καμμιά τάση επιβολής της ελληνικής εθνότητος επί των άλλων δεν παρατηρήθηκε στη χιλιόχρονη βυζαντινή αυτοκρατορία. Γιαυτό στην καθ' ημάς Ανατολή δεν άκμασε το φαινόμενο της δουλοπαροικίας ή της φεουδαρχίας, με περιορισμένη ίσως εξαίρεση τις ρουμανικές περιοχές.

Οι λαοί της Βαλκανικής, και όχι μόνο, οικειώθηκαν τον ελληνορθόδοξο πολιτισμό τόσο βαθειά και μόνιμα, ώστε εβδομήντα χρόνια συστηματικής αθεϊστικής και υλιστικής προπαγάνδας δεν στάθηκαν ικανά για να τον εκκριζώσουν. Αντίθετα σήμερα συνειδητοποιούμε το εύρος και το βάθος της πνευματικής ευεργεσίας που τους παρέσχε το Βυζάντιο, από την εποχή του Κυρίλλου και του Μεθοδίου, και συνέχισε το Οικουμενικό Πατριαρχείο, κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, ως ο ενιαίος θεσμός, που εξέφραζε την αλληλοπεριχώρηση και σύνθεση όλων των εθνικών θεσμικών στοιχείων.

Η δια των ελληνικών γραμμάτων πνευματική ενότητα των Ορθοδόξων της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, αποτελούσε το κοινό υπόστρωμα της συλλογικής υπάρξεως όλων των λαών της Βαλκανικής, που "ως κισσός περί την ελληνικήν δρυν ανειλίσσοντο εις ύψος ανθρωπισμού δια των γραμμάτων και ουδ' ωνειρεύοντο ποτέ έχθραν καθ' ημών". Στα οθωμανικά Βαλκάνια όχι μόνο δεν υπήρχαν εθνικά σύνορα αλλά ούτε εθνολογικά ή πολιτισμικά. H Pax Ottomanica εξασφάλιζε τη διοικητική και νομική ομοιογένεια καθώς και την ανεμπόδιστη κινητικότητα. ΄Ολες οι φυλετικές ομάδες διαβίωναν υπό ενιαία κρατική διοίκηση, ενώ οι συνεχείς δημογραφικές μεταβολές, η διασπορά των πολλών και ποικίλων μειονοτήτων και οι συνεχείς, για εμπορικούς ή άλλους λόγους, μετακινήσεις κοινωνικών ομάδων συνέβαλαν στην υπέρβαση των όποιων διαχωριστικών γραμμών.

Οι Ελληνες συνυπήρχαν με αλλόγλωσσες Ορθόδοξες κοινότητες στον ευρύτατο βαλκανικό χώρο από το Μωρηά μέχρι τον Δούναβη και από την Τεργέστη μέχρι το Βουκουρέστι, ''με κοινό πολιτισμικό πλαίσιο την Ορθόδοξη εκκλησιαστική παράδοση και την παρακαταθήκη των ελληνικών γραμμάτων,'' όπως εκφράζονταν συνθετικά από τους μεγάλους λογίους και διδασκάλους του Γένους και τα σημαντικά σχολεία που λειτουργούσαν.

Πριν από το δεύτερο μισό του 18ου αι., όταν αρχισε το λυκαυγές της ελληνικής παιδείας, το εκπαιδευτικό κέντρο ήταν ο ναός (ενοριακός ή μοναστηριακός) με τον λατρευτικό πλούτο (ποίηση, μουσική, αγιογραφία κ.λπ.) και το ''κρυφό σχολείο'', με τη συμβολή ολιγογραμμάτων κληρικών.

Πρέπει να επισημανθεί ότι το Οικουμ. Πατριαρχείο μπόρεσε κάτω από δυσμενείς συνθήκες, να επιτύχει μια θαυμαστή αυθυπέρβαση. Ενώ δηλαδή το κύριο σώμα του rum-millet ήσαν οι ΄Ελληνες και οι οικουμενικοί Πατριάρχες, καθ' όλη τη διάρκεια της δουλείας, ήσαν ΄Ελληνες, με εξαίρεση τον Ραφαήλ τον Α΄ (1485 - 1486) που ήταν Σέρβος, εν τούτοις διατήρησαν αξιοζήλευτη ισορροπία ανάμεσα στον εθνισμό και την οικουμενικότητα, την φυλετική καταγωγή και τον εθναρχικό ρόλο τους. ΄Ετσι ο υπερεθνικός χαρακτήρας της Ορθοδοξίας, στον οποίο έμεινε πιστό και συνεπές το Οικουμενικό Πατριαρχείο, αποτέλεσε τον κεντρικό άξονα γύρω από τον οποίο περιστρέφονταν δημιουργικά η ελληνορθόδοξη παιδεία. Το αποτέλεσμα ήταν η ενότητα όλων των υποδούλων ορθοδόξων σε μια υπερφυλετική συνύπαρξη και συνεργασία.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία παρουσιάζονταν ως ο κορυφαίος ενοποιητικός παράγων για όλες τις βαλκανικές κοινωνίες και ως μέσο για την πραγμάτωση αυτής της αποστολής χρησιμοποιούσε την παιδεία και την ελληνική γλώσσα. Χωρίς όμως υστεροβουλία, χωρίς ΄΄ιμπεριαλιστικές΄΄, με την πολιτική σημασία του όρου, επιδιώξεις, ούτε προσηλυτιστικές, με τη θρησκευτική σημασία του όρου, ούτε καν εθνικιστικές. Η πολιτική αυτή εφαρμόσθηκε από την εποχή του Κυρίλλου και του Μεθοδίου, που ο εκπολιτισμός ή ακόμη και ο εξελληνισμός ακολουθούσαν ως φυσικές συνέπειες και αβίαστα επακόλουθα, μέχρι τον 19ο αι. κατά τον οποίο παρατηρήθηκαν οι εθνικιστικές εξάρσεις, μερικές από τις οποίες εκτονώθηκαν σε πολεμικές συγκρούσεις.

Είναι αναμφισβήτητο ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία, στις ποικίλες και υπό διάφορες ιστορικές συνθήκες διαμορφωθείσες σχέσεις της με τους λαούς της Βαλκανικής, μπόρεσε να διατηρήσει ακίβδηλη την οικουμενικότητά της, τη διδασκαλία της, τις παραδόσεις και όλα τα χαρακτηριστικά που κληρονόμησε από τον αρχέγονο Χριστιανισμό. Αναδείχθηκε έτσι αληθινή πνευματική τροφός όλων των λαών της χερσονήσου, ιδιαίτερα κατά τους χρόνους της Τουρκοκρατίας. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο δεν μετέδωσε απλώς την πίστη αλλά έγινε και ο δίαυλος επικοινωνίας των βαλκανικών λαών με έναν γνήσιο, αυθεντικά ανθρώπινο και οικουμενικό πολιτισμό με δυνατότητες να περιέχει σε αρμονική συνύπαρξη το εθνικό με το υπερεθνικό.

Κατά την περίοδο αυτή τα θρησκευτικά και εκπαιδευτικά χαρακτηριστικά ενισχύθηκαν, γιατί το διακριτικό γνώρισμα της συντριπτικής πλειονότητος των υποδούλων Βαλκανίων ήταν η ένταξή τους στο Rum-millet, που αποτελούνταν, κατά την κορανική διάκριση, από τους θρησκευτικά ομοειδείς, Μέσα σ' αυτό, που περιλάμβανε Ελληνες, Βλάχους, Μολδαβούς, Σλάβους, Αλβανούς, Βουλγάρους, ακόμη και Αραβες χριστιανούς, η συγγένεια των υποδούλων ήταν πνευματική, όχι φυλετική. Το ομόπιστο και ομόδοξο. Όλοι οι Ορθόδοξοι υπήκοοι του Σουλτάνου αποτελούσαν ένα ενιαίο έθνος, μια αδελφότητα.

ΙΙ

΄Οταν αναφερόμαστε σε ελληνορθόδοξη παιδεία δεν εννοούμε μόνο το πλέγμα των σχολείων, των δασκάλων και των διδακτικών βιβλίων, αλλά ευρύτερα ολόκληρο τον πνευματικό βίο που περιλαμβάνει το λαϊκό ήθος, τα έθιμα, τη λαϊκή τέχνη, το λαϊκό - δημοτικό τραγούδι και πάνω απ' όλα τις λατρευτικές συνάξεις της Ορθόδοξης Εκκλησίας. ΄Ολα αυτά αποτελούσαν πρακτικές εκφράσεις του ενοποιού ρόλου της ελληνορθόδοξης παιδείας, που οδηγούσε στη θεμελίωση ενός κοινού βαλκανικού πολιτισμού, όπως καταδεικνύεται από τις εκπληκτικές, θεματικές και μορφολογικές, ομοιότητες των δημοτικών τραγουδιών των βαλκανικών λαών, αλλά και τα κοινά ήθη και έθιμα, τις κοινές παροιμίες κ.λπ. Αυτός ο λαϊκός και πολιτιστικός χαρακτήρας της Ορθοδοξίας είναι, όπως ήδη αναφέρθηκε, διαχρονικός. Εχει ως αφετηρία την εποχή του εκχριστιανισμού των σλαβικών λαών και κορυφώνεται στα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Δεν αναστέλλεται όμως μετά την εθνική αποκατάσταση τους. Φτάνει μέχρι τις μέρες μας ως πυρήνας του πολιτισμού των βαλκανικών λαών και αποτελεί πολύτιμο θησαυρό για το μέλλον, υπό την προϋπόθεση ότι θα επικρατήσουν στη διαδοχή των εποχών, εύκρατες συνθήκες ώστε να γονιμοποιηθεί και να καρποφορήσει.

Η ελληνορθόδοξη παιδεία στάθηκε παράλληλα ο αναντικατάστατος ανασχετικός παράγων της εθνικής και θρησκευτικής αφομοιώσεως. Με τη διδασκαλία της και την εμφύσηση του θρησκευτικού ενθουσιασμού, με την παγίωση της πεποιθήσεως για την ιδιαιτερότητα και ανωτερότητα της θρησκευτικής πίστεως, οδήγησε στη συναίσθηση ότι αποτελούσε τον κεντρικό άξονα της πατρογονικής παραδόσεως.

Ο ελληνισμός διασώθηκε ως ουσιώδης θεώρηση του κόσμου και της ζωής μέσα στον ορθόδοξο χριστιανισμό. Οι βασικές κατευθυντήριες γραμμές προς εύρεση της αλήθειας σε όλους τους τομείς του επιστητού ορίσθηκαν από την ελληνική σκέψη. Είτε πρόκειται για την φιλοσοφία (αναζήτηση και καλλιέργεια της γνώσεως), είτε για την επιστήμη (έρευνα και γνώση της φύσεως), είτε για την αισθητική (αγάπη και απεικόνιση του ωραίου), είτε για την δομή και την οργάνωση της κοινωνίας (πολιτική). Ανανεωμένος και ολοκληρωμένος ο ελληνισμός μεγαλούργησε και δοξάσθηκε στην κατοπινή ιστορική του πορεία. Η Ορθοδοξία υπήρξε ο φέρων οργανισμός του Ελληνισμού. Γιαυτό ο Σπυρίδων Ζαμπέλιος χαρακτήρισε την Εκκλησία ως "Ελληνοσώτειρα", αφού “το όνομα της Ελλάδος δεν ήθελεν ίσως υπάρχει σήμερον ή εντός βιβλιοθηκών και εις σοφών τινων αναμνήσεις”. Η Ορθοδοξία όχι μόνο διέσωσε τον Ελληνισμό, αλλά τον μεταφύτευσε στους πολιτισμούς και στις παραδόσεις των βαλκανικών λαών. ΄Ετσι ερμηνεύεται και δικαιολογείται αυτό που έλεγαν οι κάτοικοι του Μαυροβουνίου, λίγο μετά την επανάσταση του 1821 (1826): "Εμείς από τους ΄Ελληνες πήραμε τη βάπτισή μας και τα φώτα του πολιτισμού. Από τους ΄Ελληνες ας μας έλθει και η ελευθερία". Η η κραυγή του Σέρβου επισκόπου Μπράτσκας Ειρηναίου Μπούλοβιτς στο συνέδριο της Βέροιας (1992): "Εγώ Σέρβος γεννήθηκα, ΄Ελληνας θα πεθάνω".

Επιμένω στη σύζευξη Ορθοδόξου Χριστιανισμού και Ελληνισμού γιατί είναι ένα κομβικό σημείο το οποίο δίχασε την ιστορική έρευνα ανάλογα με τις εκάστοτε επιδιώξεις της. Ταυτόχρονα επειδή πρέπει να αναλυθεί επαρκώς ο όρος ''ελληνορθόδοξος'', του οποίου ευρεία χρήση γίνεται εδώ. Βέβαια ο Ελληνισμός επηρέασε με τον πνευματικό πλούτο του και τις αιρέσεις ή τον αραβοϊσλαμικό πολιτισμό. Πουθενά όμως οι επιδράσεις δεν ήσαν τόσο ισορροπημένες, μόνιμες και γόνιμες. Στις αιρέσεις έδωσε την αποκλειστική προτεραιότητα στον ανθρώπινο παράγοντα και γρήγορα εκφυλίστηκε σε ιδεολόγημα ή θρησκευτικό φανατισμό. Στον αραβοϊσλαμικό πολιτισμό, παρά τις πρόσκαιρες επιτυχίες του από τον 9ο μέχρι τον 12ο αι., δεν μπόρεσε να ενσωματωθεί και να αλλοιώσει τον πυρήνα της sharia (κορανικός νόμος). Συνάντησε σφοδρή αντίδραση από τους ορθόδοξους σουνίτες και παρέμεινε φιλολογικό ή φιλοσοφικό είδος που ικανοποιούσε μεν τις αναζητήσεις της ισλαμικής διανοήσεως (mutazila), που εκτιμούσε τα επιτεύγματα της ελληνικής σκέψεως, ποτέ όμως δεν έγινε κτήμα και βίωμα των μουσουλμανικών λαών.

Το βυζαντινό λοιπόν κράτος παρέμεινε μια υπερφυλετική και υπερεθνική οντότητα. Κι όταν άρχισαν οι διασπάσεις και οι αποσχίσεις στις ανατολικές παρυφές του, προηγήθηκε πάντοτε από τις οποισδήποτε απώλειες η θρησκευτική- εκκλησιαστική διαφοροποίηση. Mετά την οθωμανική κατάκτηση η βυζαντινή παράδοση συνεχίσθηκε. Οπως τότε μέσα στο πολυεθνικό αμάλγαμα της αυτοκρατορίας δεν ήταν δυνατό να καλλιεργηθεί εθνικιστική συνείδηση, παρά την υπεροχή και την ισχύ του ελληνικού στοιχείου. Καμμιά διάθεση επιβολής της ελληνικής εθνότητος επάνω στις άλλες δεν παρατηρήθηκε στη χιλιόχρονη βυζαντινή περίοδο. Η εθναρχία ήταν πραγματικό Ορθόδοξο εκκλησιαστικό κράτος του χριστιανικού έθνους και παράγοντας ενότητος όχι μόνο μέσα στην οθωμανική αυτοκρατορία, αλλά κι έξω απ' αυτήν, στο χώρο της διασποράς, όπως διαπίστωσε ο Διον. Ζακυθηνός.

Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας βέβαια, παρατηρήθηκε το φαινόμενο του εξελληνισμού, ως ιδιαιτερότητα των βαλκανικών κοινωνιών, φτάνοντας μερικές φορές μέχρι την πλήρη εθνική αλλοτρίωση. Αυτό όμως δεν οφείλονταν σε κανέναν εθνικιστικό σχεδιασμό και δεν χρησιμοποιήθηκε καμμία μορφή βίας. Η τοπικά καλλιεργούμενη εθνικιστική προπαγάνδα δεν άφηνε να γίνει αντιληπτή η απλή αλήθεια ότι αποστολή της Εκκλησίας δεν ήταν να πυροδοτεί ή να οξύνει τις διαχωριστικές τάσεις, αλλά να αμβλύνει τις αντιθέσεις και να γεφυρώνει τα χάσματα. Παράλληλα πρέπει να τονισθεί ότι η αναζητούμενη από τις βαλκανικές εθνότητες πολιτική ανεξαρτησία απειλούσε κατά πρώτο λόγο την εθναρχική δικαιοδοσία του Πατριαρχείου. Γιαυτό η ένταση ορισμένες φορές ήταν αμφίπλευρη.

Ο εξισορροπητικός χαρακτήρας της Εκκλησίας, η ευθεία αντίθεσή της με τις εθνικιστικές τάσεις, όπου εμφανίζονταν, και η υπερεθνική στάση της, ήσαν οι βασικοί λόγοι που οδήγησαν στην έκφραση διαμετρικά αντίθετων απόψεων για την εκπολιτιστική παρουσία της. Πολλοί θα ήθελαν να εξυπηρετεί εθνικιστικές επιδιώξεις και μεγαλοϊδεατισμούς. Ορισμένοι ξένοι, κυρίως βαλκάνιοι ιστορικοί (Simeon Radeff, Ivan Snegarov, Victor Papacostea κ.ά.) γράφοντας σε εποχή εξάρσεως του εθνικιστικού πνεύματος, κατηγόρησαν το Πατριαρχείο ότι χρησιμοποίησε την παιδεία και το κήρυγμα για εθνικιστικούς σκοπούς, προκειμένου να εξελληνίσει τους βαλκάνιους, νοθεύοντας τον εθνισμό τους και αλλοτριώνοντας τις συνειδήσεις τους, με προπαγανδιστικά όργανα ορισμένους ιεροκήρυκες, δασκάλους ή λογίους. ΄Οπως όμως εύστοχα παρατήρησε ο Γ. Κονιδάρης "βίαιος εξελληνισμός ουδέποτε επεχειρήθη", Η Εκκλησία είχε βαθύτατη συνείδηση της οικουμενικότητός της και δεν θέλησε ποτέ να αυτοεγκλωβισθεί στους οποιουσδήποτε στείρους εθνικισμούς.

Αποτελεί εύσημο για το Πατριαρχείο η ασυνήθιστα αυστηρή επίκριση του Κ. Παπαρρηγόπουλου γιατί παρά τη μακρόχρονη ευχέρεια των περιστάσεων ''δεν επέμεινεν αποχρώντως και επιτηδείως εις τον δια της Εκκλησίας και της εθνικής παιδεύσεως, εξελληνισμόν των βορειοτέρων του οσμανικού κράτους χωρών''.Την άποψη αυτή υιοθέτησαν κατά καιρούς αρκετοί ιστορικοί. Χαρακτηριστική είναι και η άποψη του Φάνη Μιχαλόπουλου που κατηγορούσε το Πατριαρχείο ''γιατί μπορούσε δια της γλώσσης να συντελέσει στην αδέλφωση της Βαλκανικής. Δυστυχώς με την στάση του χειραφέτησε τους σλαβικούς λαούς της χερσονήσου και τους αποξένωσε των Ελλήνων.''

Αντίθετα άλλοι συνηγόρησαν υπέρ του Πατριαρχείου τονίζοντας ότι έμεινε πιστό και συνεπές στην οικουμενική αποστολή του και στον υπερεθνικό χαρακτήρα του. Ο Απ. Βακαλόπουλος δέχεται ότι ή Εκκλησία ενδιαφέρονταν μόνο για τον θρησκευτικό και ηθικό φωτισμό των κατοίκων των βαλκανικών χωρών και επομένως ήταν αδιανόητο να ασκήσει εθνικιστική πολιτική. Ο Steven Runciman διαφοροποιήθηκε από τις απόψεις αυτές υποστηρίζοντας ότι η τουρκική επέκταση εξαφάνισε τον πολιτισμό των Σέρβων και των Βουλγάρων ''εκτός απ’ ό,τι κατόρθωσε να διασώσει, χάρη στη μεγάλη της επιμονή, η Εκκλησία, παλεύοντας με ταπεινοφροσύνη προς αναρίθμητες δυσκολίες.'' Η παράδοση αυτή συνεχίσθηκε σε όλη τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας και εκφράσθηκε- υλοποιήθηκε κυρίως από την ελληνορθόδοξη παιδεία μέχρι τις αρχές του 19ου αι. Τότε διασπάσθηκε η ενότητα των βαλκανικών λαών και υποβαθμίσθηκε ο ενοποιός ρόλος της Εκκλησίας. Οι βαλκανικοί λαοί προσβλήθηκαν από την επιδημική νόσο του εθνικισμού, που μοιραία τους οδήγησε σε πολύχρονες αιματηρές συγκρούσεις με κορύφωση τους βαλκανικούς πολέμους και την έκρηξη του Α' παγκοσμίου πολέμου. Έτσι επικράτησε να χαρακτηρίζεται η Βαλκανική, συχνά με ειρωνική διάθεση, ως ''πυριτιδαποθήκη της Ευρώπης'' ή ''επαρχία της Κολάσεως”.

Ο εξελληνισμός, λοιπόν, ήταν φυσική συνέπεια της ανωτερότητος, ή καλύτερα της μοναδικότητος, της ελληνορθόδοξης παιδείας και των αξιών που αυτή κόμιζε στις νέες γενιές των Βαλκανίων. Μια μορφή εξελληνισμού ήταν η γλωσσική. Μεγάλες κοινωνικές ομάδες ή τάξεις χρησιμοποιούσαν την ελληνική, που ήταν η γλώσσα της διαβαλκανικής συνεννοήσεως. Τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα λ.χ. όπως και η τάξη των εμπόρων, λόγω των συνεχών μετακινήσεων, χρησιμοποιούσαν την ελληνική. Αυτό βοηθούσε την μεταξύ τους άνετη επικοινωνία και επομένως την ενότητά τους. ΄Ετσι η έννοια του "εμπόρου", κατά τον 18ο αι., ταυτίσθηκε με του ΄Ελληνα. Αν και η καταγωγή των εμπόρων ήταν βλαχική, βουλγαρική ή αλβανική αυτοαποκαλούνταν "΄Ελληνες" και ως "΄Ελληνες" ήσαν γνωστοί στις διάφορες αγορές. Οι Γάλλοι, οι Γερμανοί, οι Ούγγροι ή οι Ρώσοι που αγόραζαν τα εμπορεύματά τους, τους θεωρούσαν όλους ΄Ελληνες. Ειδικά η τάξη των βαλκανίων εμπόρων είχε αναπτύξει και επιβάλλει στις ενδοσυντεχνιακές σχέσεις και μια κοσμική - λαϊκή ηθική που ταίριαζε πολύ με την ορθόδοξη ευσέβεια. Κάτι σαν ''χριστιανική εμπορική πίστη.''

Η χρήση βέβαια της ελληνικής δεν συνεπάγονταν πάντα και απώλεια της εθνικής ταυτότητος.΄Ενας Βούλγαρος λόγιος του 19ου αι. ο Γρηγόρης Παρλίτσεφ ή Σταυρίδης, που σπούδασε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, σε επιστολή του σημείωνε: "Γράφω γραικιστί, Βούλγαρος ών". Την ίδια εποχή όμως πολλοί συμπατριώτες του θεωρούσαν προσβολή να αποκαλούνται Βούλγαροι και όταν τους ρωτούσαν έλεγαν ότι "δεν είμαι Βούλγαρος, αλλά ΄Ελληνας". Οι σημαντικότεροι Βούλγαροι λόγιοι στο πρώτο μισό του 19ου αι. έγραψαν στην ελληνική γλώσσα.

Μια δεύτερη μορφή ήταν η απόκτηση πλήρους ελληνικής συνειδήσεως. Κλασσική περίπτωση εξελληνισμένου λογίου στο 18ο αι. και αναμφισβήτητη απόδειξη ότι η ελληνορθόδοξη παιδεία λειτουργούσε και ως όργανο κοινωνικής μεταβολής και κινητικότητος στη βαλκανική κοινωνία, αποτελεί ο Ιώσηπος Μοισιόδαξ.

Αλλά το φαινόμενο των βίαιων εξισλαμισμών στην ίδια εποχή της Τουρκοκρατίας αλλοτρίωνε εθνικά και θρησκευτικά πολύ περισσότερους. Κι ενώ το φαινόμενο του εξελληνισμού οδηγούσε στον εξευγενισμό και στην πνευματική άνοδο, οι εξισλαμισμοί οδηγούσαν συνήθως στη βαρβαρότητα και στην κοινωνική υποκρισία.

Η ανεξάντλητη πνευματική τροφοδοσία των βαλκανικών λαών πραγματοποιούνταν όχι μόνο από τα ελληνικά σχολεία, αλλά, και κυρίως, από τις αιωνόβιες πνευματικές κοιτίδες τους, που υπήρξαν τα διάσπαρτα σε όλη τη Βαλκανική μοναστήρια. Στην κορυφή αναμφισβήτητα στέκεται το ΄Αγιο ΄Ορος που, κατά τον Jireηek, υπήρξε η "ανωτάτη φιλολογική σχολή" για όλους τους λαούς της χερσονήσου του Αίμου. Οι αρχιεπισκοπές Ιπεκίου για τους Σέρβους και Αχρίδος για τους Βουλγάρους ή τα βουλγαρικά μοναστήρια της Ρίλας, του Μπατσκόβου (Πετριτζού) και του Τρογιάν ή τα σερβικά της Γκρατσάνιτσα, κοντά στην Πρίστινα (1320) και της Στουντένιτσα (1183) ή τα αλβανικά του οσίου Ναούμ ή της Αρδένιτσας ή το Μαυροβουνιώτικο του Αγ. Βασιλείου Οστρόγγ, επί αιώνες και μέχρι σήμερα αποτελούν πηγές πνευματικής ακτινοβολίας. Θα αποτελούσε ασυγχώρητη παράλειψη εάν δεν καταγράφονταν εδώ και η ευρύτατη απήχηση που είχε στη λαϊκή συνείδηση το διαβαλκανικό φαινόμενο των Νεομαρτύρων, με κορυφαίο τον Κοσμά τον Αιτωλό.

Στην Αλβανία η ελληνορθόδοξη παιδεία κλήθηκε να αντιπαλαίσει προς τρεις αντιπάλους:

1. Την ευρύτατη αμάθεια, που επιτείνονταν από τη μορφολογία του εδάφους και την απουσία εθνικής πνευματικής παραδόσεως

2. Την εισβολή του Ρωμαιοκαθολικισμού δια της Propaganda Fide και

3. Τη μουσουλμανική θρησκεία.

Οι δυο τελευταίοι αντίπαλοι συντελούσαν και στην θρησκευτική-πνευματική διαίρεση του αλβανικού λαού. Ισως η καταλυτική παρουσία των παραπάνω ανταγωνιστών συνέτεινε ώστε η πνευματική και εθνική αφύπνιση των Αλβανών να καθυστερήσει επί πολύ. Ενδεικτικά πρέπει να λεχθεί ότι μόλις το 1908 καθιερώθηκε το αλβανικό αλφάβητοενώ η Αλβανία συγκροτήθηκε ως κράτος μόλις το 1912.

Το μεγάλο πνευματικό κέντρο ήταν, κυρίως στο 18ο αι., η Μοσχόπολη (20 χλμ. δυτικά της Κορυτσάς).7 Στη Μοσχόπολη η ελληνορθόδοξη παιδεία μεγαλούργησε με την ίδρυση του πρώτου τυπογραφείου στον ελληνικό χώρο γύρω στα 1730, ενός σημαντικού εκπαιδευτικού ιδρύματος, της Νέας Ακαδημίας, με ψυχή τον κορυφαίο λόγιο ιερέα Θεόδωρο Αναστασίου Καβαλλιώτη, που συνέταξε και τύπωσε το 1770 ένα τρίγλωσσο λεξικό (Ελληνικό – Βλαχικό-Αλβανικό).Επιδίωξή του ήταν η εξάλειψη των γλωσσικών χασμάτων του πολυεθνικού περιβάλλοντός του και η στενότερη επαφή των εθνικών ομάδων. Λίγο αργότερα, το 1804, ένας συμπολίτης του λόγιος κληρικός ο Δανιήλ ο Μοσχοπολίτης θα εκτυπώσει τετράγλωσσο λεξικό προσθέτοντας τη Βουλγαρική. ΄Αλλη μια πολύτιμη συμβολή στην ενότητα και τη συνεργασία των βαλκανικών λαών.

Καθ' όλη τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, οι βαλκανικοί λαοί συνέχισαν να αγωνίζονται, όχι απλά για επιβίωση, αλλά και για ελευθερία και πνευματική πρόοδο. Αυτοί οι κοινοί αγώνες, η κοινή μοίρα απέναντι στον κατακτητή, αλλά και η κοινή θρησκεία και η πνευματική κληρονομιά του Βυζαντίου, δημιούργησαν ένα αίσθημα ενότητας και συνοχής ανάμεσά τους, παρά τις εθνολογικές διαφορές, τις ιδεολογικές αντιθέσεις και τη διαφορά πολιτιστικής στάθμης. Κυρίως οι ΄Ελληνες ήσαν οι λειτουργοί της παιδείας και οι πνευματικοί ηγέτες των υποδούλων. Συνέβαλαν έτσι αποφασιστικά στην πνευματική και εθνική αναγέννησή τους. Ο Ρουμάνος ιστορικός Mihai Berza παρατήρησε ότι "ο ελληνικός συντελεστής με ό,τι έφερε δικό του και ό,τι μετέφερε από τις αξίες που δανείστηκε από τη Δύση, πρέπει να θεωρηθεί πρωταρχικός για την πνευματική ανάπτυξη όχι μόνο των Παραδουνάβιων ηγεμονιών, αλλά και ολόκληρης της Νοτιανατολικής Ευρώπης". Κι όχι μόνο. Η ακτινοβολία των ελληνικών σχολείων που λειτουργούσαν στην προεπαναστατική περίοδο διαπερνούσε τα όρια των Βαλκανίων και αποκτούσε πανευρωπαικές διαστάσεις. Οι τρόφιμοί τους συνέβαλαν στη πρόοδο των ευρωπαϊκών γραμμάτων και της επιστήμης.

Ειδικότερα στη Ρουμανία η προσφορά της ελληνορθόδοξης παιδείας ήταν αξιόλογη ήδη από τα τέλη του 17ου αι. που λειτουργούσαν σχολεία με κορυφαίες τις πριγκιπικές Ακαδημίες, του Βουκουρεστίου και του Ιασίου, και το πλήθος των επιφανών Ελλήνων λογίων που δίδαξαν σ' αυτές. Aς σημειωθεί ακόμη ότι όλα τα εγχειρίδια ήταν ελληνικά. Εξ άλλου πολλές μεταφράσεις δυτικών έργων στα ρουμανικά δεν έγιναν απ' ευθείας, αλλά από ελληνικές μεταφράσεις. Δεν πρέπει να λησμονηθούν οι προσπάθειες των Ελλήνων λογίων, όπως του Γοβδελά, πρόσφυγα μετά στη Βαρσοβία, του Στεφάνου Κομμητά ή του Βενιαμίν Λέσβιου για την ανάπτυξη της ελληνορθόδοξης παιδείας στις ρουμανικές πόλεις και τις προσπάθειές τους να δείξουν στα νεαρά βλαστάρια των Ρουμάνων βογιάρων ότι όπως οι Ελληνες έτσι κι αυτοί, στη Δακία τους, είναι μέλη μιάς νέας Ελλάδος. Ο Κωνσταντίνος Στεφάνου Δαπόντες συνέχεε τα αισθήματά του προς τους Ελληνες, από τους οποίους προέρχονταν, και προς τους Ρουμάνους, των οποίων γνώριζε τη χώρα, τη γλώσσα και το παρελθόν. Δεν έκανε καμμιά διάκριση μεταξύ Μολδαβών, Βλάχων και Ελλήνων.

Ο επιφανής Ρουμάνος ιστορικός N. Jorga, παίρνοντας αφορμή από την ζωηρή πνευματική δραστηριότητα του Ελληνισμού στις παραδουνάβιες ηγεμονίες, θα τις χαρακτηρίσει, σε μια σημαντική του μελέτη, ως ''Βυζάντιο μετά το Βυζάντιο''(Byzance aprθs Byzance) . Θα σημειώσει δε για έναν διακεκριμένο έλληνα λόγιο που εργάσθηκε εκεί, τον Πατριάρχη Ιεροσολύμων Δοσίθεο, ότι ''το εκπληκτικό πνευματικό έργο του ήταν μεν ελληνόγλωσσο, αλλά αγκάλιαζε όλα τα έθνη που θεωρούσε ότι διαδέχονταν τον βυζαντινό πολιτισμό''.΄Ηδη στα 1719 ο δάσκαλος Μάρκος Πορφυρόπουλος, ευρισκόμενος υπό την προστασία του Νικολάου Μαυροκορδάτου στη Ρουμανία, έγραφε: "Το Φανάρι όλον είναι εδώ. Πλέον Πόλιν δεν θυμούμαι".

Αλλά η ελληνορθόδοξη υπερεθνική αντίληψη επηρέασε έντονα και την πολιτική σκέψη και πράξη. Χωρίς εθνικιστικές ή φυλετικές προκαταλήψεις, με πνεύμα ενωτικό - διαβαλκανικό καταστρώθηκαν τα σχέδια της Φιλικής Εταιρείας που οραματίζονταν παμβαλκανική εξέγερση. Με το αυτό πνεύμα διατυπώθηκε και η διακήρυξη του Ρήγα Φεραίου.

΄Αρθρο 3: ΄Ολοι οι άνθρωποι, Χριστιανοί και Τούρκοι, κατά φυσικόν

λόγον είναι ίσοι ......

΄Αρθρο 9: Ο νόμος έχει χρέος να διαφεντεύει την κοινήν ελευθερίαν

όλου του έθνους και εκείνην του κάθε ανθρώπου κατοίκου

εις ταύτην την αυτοκρατορίαν ...... και

΄Αρθρο 7: Ο αυτοκράτωρ λαός είναι όλοι οι κάτοικοι του βασιλείου

τούτου χωρίς εξαίρεσιν θρησκείας και διαλέκτου, ΄Ελληνες,

Βούλγαροι, Αλβανοί, Βλάχοι, Αρμένηδες, Τούρκοι και κάθε

άλλο είδος γενεάς.

΄Οπως παρατηρήθηκε από τον καθηγητή Νικ. Πανταζόπουλο "ενώ ο Ρήγας από την κοινοτική παράδοση αντλούσε τον πλουραλιστικό πολυκρατισμό, από την εκκλησιαστική παράδοση δανείστηκε την ιδέα της οικουμενικότητας, την οποία εντάσσοντας στα πλαίσια της Μεγάλης Ιδέας, της προσέδωσε χαρακτήρα υπερεθνικό."

Στην ίδια ελληνορθόδοξη παράδοση στοιχήθηκε και ο όρκος των Ιερολοχιτών: "Ορκίζομαι να ενωθώ με όλους τους αδελφούς μου χριστιανούς δια την ελευθερίαν της πατρίδος μας". Το σύμβολο του φοίνικα που υιοθέτησε ο Αλέξανδρος Υψηλάντης έθετε ως βασικό στόχο της εξεγέρσεως την αναγέννηση της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Έχοντας δε υπόψη του το πολυεθνικό αμάλγαμα απεύθυνε την προκήρυξή του σε όλους τους χριστιανούς των Βαλκανίων, όχι μόνο στους Έλληνες. Αλλά και ο Βούλγαρος Γκεόργκι Ρακόφσκι, ο αποκληθείς "Πατριάρχης της βουλγαρικής ελευθερίας",δεν ήταν μόνο ενθουσιώδης Βούλγαρος πατριώτης, αλλά και οραματιστής μιας διαβαλκανικής συνεννοήσεως και ενός συνασπισμού που θα περιλάμβανε Ελλάδα, Βουλγαρία, Σερβία και Μαυροβούνιο. Το ενωτικό αυτό πνεύμα διακατέχει και τις εκατοντάδες των Βουλγάρων αξιωματικών που ίδρυσαν πρόσφατα τη ''Λεγεώνα Ρακόφσκι'', τονίζοντας ότι η καμπάνα της Ορθόδοξης Εκκλησίας αποτελεί τον πιο γλυκό ήχο γι αυτούς, ενώ δεν παραλείπουν να δηλώσουν δημοσίως ότι επιζητούν τη φιλία των Ελλήνων.

ΙΙΙ.

Τα πράγματα όμως διαφοροποιήθηκαν από τις αρχές του 19ου αι. Το Πατριαρχείο άρχισε να αντιμετωπίζει τους εκκολαπτόμενους εθνικισμούς των επί μέρους βαλκανικών εθνοτήτων. ΄Ηταν επόμενο να τους παρακολουθεί με ανησυχία, ίσως και με κάποια αμηχανία, γιατί ενώ το ίδιο πρόσφερε τόσα στη διατήρηση του εθνισμού των ορθοδόξων λαών, οι αναπτυσσόμενοι εθνικισμοί είχαν ως κύριο στόχο το Οικουμενικό Πατριαρχείο ως εθναρχία, ως εκκλησιαστική και πολιτική αρχή. Η πορεία που ακολούθησαν οι βαλκανικοί λαοί για την εθνική ανεξαρτησία τους μπορεί να διακριθεί σε τέσσερεις φάσεις : α) Στην οικονομική ανάπτυξη και τη συνακόλουθη αλλαγή στην κοινωνική δομή και οργάνωση, β) Στην αναγέννηση της παιδείας γ) Στη συντήρηση και αφύπνιση της εθνικής συνειδήσεως και δ) την οργάνωση επαναστατικών κινημάτων.

Αν αναλογισθεί κανείς ότι η παιδεία σχεδόν εξ ολοκλήρου βρίσκονταν στη δικαιοδοσία της Εκκλησίας και συνέβαλε αποφασιστικά στη στήριξη και ανάπτυξη των άλλων φάσεων, μπορεί να υπολογίσει, πάντοτε κατά προσέγγιση, το μέγεθος της ευγενικότερης και δραστικότερης προσφοράς της ελληνορθόδοξης παιδείας. Αλλά και στην πνευματική αφύπνιση και κοινωνική ανασυγκρότηση των βαλκανικών λαών, ο ρόλος της ελληνορθόδοξης παιδείας υπήρξε καθοριστικός, σε δυο κυρίως σημεία :

* Στην άνοδο του πνευματικού επιπέδου του λαού με τα διάσπαρτα σχολεία και την ανύστακτη μέριμνά της για την εξεύρεση δασκάλων, ανέγερση σχολικών κτιρίων, συγγραφή βιβλίων και εξασφάλιση όλων των αναγκαίων για το εκπαιδευτικό έργο.

* Στη δραστηριοποίηση της διασποράς. Οι ελληνικές παροικίες της Βαλκανικής δεν άκμαζαν μόνο ως οικονομικά κέντρα αλλά και ως εστίες ακτινοβολίας της ελληνορθόδοξης παιδείας. Ο Ν. Σβορώνος παρατήρησε ότι ''ο ελληνικός πληθυσμός εξαπλωμένος σε ομάδες λιγότερο ή περισσότερο πυκνές μέσα σ' όλη τη χερσόνησο, έπαιρνε τη μορφή ενός λαού που, εγκατεστημένος ανάμεσα σε άλλους λαούς, αποτελούσε ένα είδος διαβαλκανικής αστικής τάξης.'' Τον ίδιο καιρό οι Έλληνες αποτέλεσαν το σημείο επαφής των βαλκανικών λαών με τον πολιτισμό και τις ιδέες της Ευρώπης και συνεισέφεραν στην ανάπτυξη της εθνικής τους συνειδήσεως.

Ειδικότερα οι Βούλγαροι μετά το 1850, όταν ο αγώνας τους για εθνική χειραφέτηση και αυτονομία πήρε εκρηκτικές διαστάσεις και μεταβλήθηκε σε εθνικιστικό παροξυσμό, κατηγόρησαν το Πατριαρχείο και τον ελληνορθόδοξο κλήρο ότι χρησιμοποίησαν τη θρησκεία και την παιδεία για να τους αλλοτριώσουν εθνικά.

΄Οπως όμως ήδη επισημάνθηκε, η ελληνική παιδεία επί μεγάλο διάστημα διατήρησε τον πρωταρχικό της ρόλο στη Βουλγαρία, συμβάλλοντας αποφασιστικά στην πνευματική και πολιτισμική ανάπτυξή της. Τα μοναστήρια, οι εκκλησίες, οι οικισμοί της Βουλγαρίας, ακόμη και τα μουσεία της, είναι γεμάτα από ελληνικές επιγραφές και ελληνικά έργα, που αψευδώς μαρτυρούν τη μεγάλη διάδοση της ελληνικής γλώσσας και την πρωτεύουσα θέση της ελληνορθόδοξης παιδείας και του πολιτισμού ανάμεσα στο λαό. Αρκεί να αναφερθεί ότι οι σημαντικότεροι πνευματικοί άνθρωποι της Βουλγαρίας φοίτησαν σε ελληνικά σχολεία: ο Ιλαρίων Στογιάνοβιτς και ο Ιβάν Ντομπρόσκι, που φοίτησαν στη σχολή Καϊρη της ΄Ανδρου, οι αδελφοί Δημήτριος και Κωνσταντίνος Μιλαντίνωφ, που φοίτησαν στη Ζωσιμαία Σχολή Ιωαννίνων, ο Γρηγόριος Παρλίτσεφ ή Σταυρίδης, που φοίτησε στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας και ο Νεόφυτος Ρίλσκι στη σχολή Μελενίκου, ο Μάρκο Μπαλαμπάνωφ στη σχολή της Χάλκης και στη Νομική Αθηνών.

Οι δυο μεγαλύτερες μορφές της Βουλγαρικής πνευματικής και εθνικής αναγεννήσεως ο μοναχός Παίσιος, ηγούμενος της αγιορειτικής μονής Χιλιανδαρίου, και ο Σωφρόνιος Βρατσάνσκι ή Στάικο Βραδισλάβωφ (1739 - 1813), είχαν λάβει ελληνική μόρφωση. Μάλιστα για τον δεύτερο, ένας σύγχρονος ιστορικός, ο Ν. Dylevskij, γράφει ότι η ελληνική παιδεία του συνέβαλε, ώστε να αποκτήσει παμβαλκανική συνείδηση. Κι ο έμπορος Βασίλης Απρίλωφ, που με δωρεά του ίδρυσε το πρώτο βουλγαρικό σχολείο το 1835 στο Γκάμπροβο, είχε ζήσει στην Οδησσό, όπου είχε φοιτήσει σε ελληνικό σχολείο. Ακόμη και τη διαθήκη του την συνέταξε στα ελληνικά.

Προς τα τέλη του 18ου αι. ιδιαίτερα δε από τις αρχές του 19ου αι. άρχισε ο προσανατολισμός της βαλκανικής παιδείας προς Δυτικά πρότυπα σκέψεως και πράξεως και η σταδιακή αποξένωση από τον ελληνορθόδοξο χαρακτήρα της.Αυτό συνέβη σε δυο φάσεις. Στην πρώτη, με τις νέες ιδέες που εισέρρευσαν στην πνευματική ζωή και την παιδεία από τον Δυτικό Διαφωτισμό, ιδιαίτερα τον Γαλλικό, προκλήθηκαν αναταράξεις και συγκρούσεις ανάμεσα στους φορείς των παραδοσιακών και των νεοφανών εκσυγχρονιστικών αντιλήψεων, ενώ το Πατριαρχείο παρενέβαινε πυροσβεστικά και διαιτητικά, προκειμένου να αποφύγει ευρύτερες διχαστικές συνέπειες.

Στη δεύτερη φάση, θεσμοθετήθηκε η νόθευση με τις κατευθυντήριες γραμμές και τις αντιλήψεις που επέβαλε στην παιδεία και στην Εκκλησία, του ελεύθερου πια ελληνικού κράτους, ο ΄Οθωνας και η Αντιβασιλεία. ΄Ετσι η υποτίμηση στην αρχή και η υποβάθμιση στη συνέχεια της ελληνορθόδοξης παραδόσεως, με την εισαγωγή και νομιμοποίηση της ευρωπαϊκής σκέψεως, θεωρήθηκε ως η πανάκεια που θα εκσυγχρόνιζε τους αμαθείς και καθυστερημένους ΄Ελληνες και θα θεράπευε την κακοδαιμονία της ελληνικής κοινωνίας. Το Πατριαρχείο αγωνίσθηκε να περιορίσει τη νόθευση, χωρίς όμως ουσιαστικό αποτέλεσμα.

Οι εξελίξεις στο χώρο της παιδείας του 19ου αι. συγκροτούν μια υπόθεση τραγικής ειρωνείας και ''εκδικήσεως'' της ιστορίας. Γιατί ενώ η Εκκλησία καθ' όλη τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας κατέβαλε προσπάθειες, και σ' αυτές ευθυγραμμίσθηκε πλήρως η ελληνορθόδοξη παιδεία, να θεωρηθεί ως συνέχεια της Βυζαντινής - πνευματικής και πατερικής παραδόσεως, ο νεοελληνικός Διαφωτισμός, με κορυφαίο εκφραστή τον Αδαμάντιο Κοραή, προσπάθησε να σβύσει από το ιστορικό προσκήνιο το Βυζάντιο και ό,τι αυτό εκπροσωπούσε και να φέρει την ελληνική πνευματική ζωή και την παιδεία σε απ' ευθείας επαφή με την αρχαιότητα και την κλασσική σκέψη, εισάγοντας μιαν αυτονομημένη ουμανιστική αντίληψη, προϊόν των ευρωπαικών ιδεολογικών και φιλοσοφικών ανακατατάξεων. Είναι το φαινόμενο της "μετακενώσεως" για την οποία πολλά έχουν γραφεί και θα γραφούν από την σύγχρονη ιστοριογραφία. Το κατακλυσμικό αυτό φαινόμενο θα διατρέξει ταχύτατα όλα τα ταραγμένα τότε Βαλκάνια. Ορισμένοι μάλιστα σύγχρονοι ερευνητές, θέλοντας να δείξουν τη σημαντική συμβολή του Διαφωτισμού στα φιλελεύθερα κινήματα της Ευρώπης και στην ιδεολογική προετοιμασία της Επαναστάσεως του 1821, άσκησαν εναντίον του Οικουμενικού Πατριαρχείου μικρόψυχη κριτική και υποβάθμισαν εσκεμμένα τη θετική προσφορά του. Παίρνοντας αφορμή και γενικεύοντας μεμονωμένα γεγονότα στη διάρκεια τεσσάρων αιώνων, κατηγόρησαν το Πατριαρχείο ως αντιδραστικό και εθελόδουλο οργανισμό που δίωκε λογίους, επέβαλε λογοκρισία στα κυκλοφορούντα βιβλία και εμπόδιζε κάθε φιλελεύθερη ιδέα ή κίνηση.

IV

Θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε, λοιπόν, το 1821 ως συμβατικό ορόσημο αποδυναμώσεως του ενοποιού ρόλου της ελληνορθόδοξης παιδείας μεταξύ των βαλκανικών λαών, με τη στροφή προς τα δυτικά πρότυπα. Το 1821 μπορεί να υπήρξε το αφετηριακό σημείο της ελευθερίας των Ελλήνων αλλά παράλληλα και η χρονολογία της ληξιαρχικής πράξεως θανάτου του Βυζαντίου. Συμπίπτει και με την αφετηρία της διαμορφώσεως των εθνικών εκπαιδευτικών ιδεολογιών και συστημάτων. Τέθηκαν στην υπηρεσία των αναπτυχθέντων εθνικισμών και υπηρέτησαν, άλλο λιγότερο, άλλο περισσότερο, τροφοδοτικά τις διασπάσεις και τις εχθρότητες. Ορατό σύμπτωμα αυτής της παθολογίας είναι τα διδακτικά εγχειρίδια των βαλκανικών χωρών με τα οποία γαλουχούνται οι νεώτερες γενιές. Ολοι οι ερευνητές συμφωνούν ότι ένας διάχυτος εθνικισμός διοχετεύται, πολλές φορές κακότεχνα, στους ανθρώπους του μέλλοντος, που με τη σειρά τους θα συνεχίσουν την ατέρμονη σκυταλοδρομία του μίσους και της αντιπαλότητος.

Κάποιες ελπίδες άρχισαν να εμφανίζονται πρόσφατα, μετά τις κοσμογονικές αλλαγές που πραγματοποιήθηκαν στην Ευρώπη και τη συνειδητοποίηση ότι η παιδεία δεν μπορεί να λειτουργεί ως προπαγανδιστικός μηχανισμός και “κεφαλή κριού” για τις οποιεσδήποτε εθνικιστικές και άλλες επιδιώξεις. Η διαβαλκανική λειτουργία της ελληνορθόδοξης παιδείας με τον υπερεθνικό και ενοποιό χαρακτήρα της, μπορεί και σήμερα ακόμη να χρησιμοποιηθεί ως πρότυπο από τα εθνικά συστήματα των βαλκανικών χωρών. Γιατί μετά από πολύχρονες αντιθέσεις και συγκρούσεις οι βαλκανικοί λαοί, μόνο από τις νεολαίες τους μπορούν να περιμένουν με βάσιμες ελπίδες τη ριζική αλλαγή της μισαλλόδοξης νοοτροπίας και της αμοιβαίας καχυποψίας. Για να πραγματοποιηθεί αυτό απαιτείται απαγκίστρωση από τα ιδεολογήματα του παρελθόντος και στοχοθεσία προς διαμόρφωση ενός σύγχρονου βαλκάνιου ανθρώπου-προτύπου κοσμημένου με ήθος και αγάπη για την ελευθερία και τη δημοκρατία.

V

Το Εικοσιένα έφτασε ως τις μέρες μας έμφορτο με τα ιστορικά πεπραγμένα του ως ανεξάντλητη παρακαταθήκη του Γένους, αλλά και ως συνισταμένη των ιδεωδών του Ελληνισμού και της Ορθοδοξίας. Συνηθίζεται στις εθνικές επετείους να προσδίδουμε τόνο πανηγυρικό. Λόγοι πατριωτικής ανατάσεως και εθνικής παιδαγωγίας το επιβάλλουν. Δεν πρέπει όμως να λησμονούμε ότι η ευκαιριακή ρητορεία και οι αυτάρεσκες υπερβολές συχνά συσκοτίζουν το νόημα των μεγάλων εορτών, προκαλώντας στείρες συναισθηματικές φορτίσεις, ενώ απαιτείται νηφαλιότητα και περίσκεψη, κριτική ανάγνωση των γεγονότων, αλλά και, μετά τις επιβαλλόμενες ''αναμετρήσεις'', διάθεση αυτοκριτικής. Τέλος, απαιτείται συλλογική αποφασιστικότητα για αναθεωρήσεις και ''αλλαγή εθνικής πορείας''.

Ας επιτραπεί λοιπόν στον αποψινό ομιλητή, αντί επιλόγου, να αναγνώσει ένα κείμενο του εθνικού μας ποιητή Διονυσίου Σολωμού. Είναι μια καίρια διατύπωση εθνικής αυτογνωσίας αλλά και οραματισμών.Το έγραψε στις 25 Μαρτίου 1842 από την Κέρκυρα και το απευθύνει στον Γεώργιο Τερτσέτη. Η Ιστορία όμως επαναλαμβάνεται. Φρονώ ότι και σήμερα εάν το έγραφε, δεν θα επέφερε καμμία αλλαγή. Η σύγχρονη ελληνική παραγματικότητα προκαλεί τα ίδια ερεθίσματα και παράγει τους ίδιους συνειρμούς :

''Είναι είκοσι ένα χρόνια που σαν σήμερα η Ελλάδα έσπασε τις αλυσίδες. Η μέρα αυτή του Ευαγγελισμού είναι μέρα για χαρά και για δάκρυα. Χαρά για τα μελλούμενα, δάκρυα για τη σκλαβιά την περασμένη.

Και για το σήμερα τί να πώ; Η διαφθορά είναι τόσο γενική, κι έχει ρίζες τόσο βαθιές, που σε κάνει να σαστίζεις. Μόνο όταν τα αίτια της διαφθοράς εξολοθρευτούν πέρα ως πέρα, θα μπορέσουμε νά' χουμε μια ηθική αναγέννηση. Τότε το μέλλον μας θα είναι μεγάλο, όταν όλα στηριχτούν στην ηθική, όταν θριαμβεύσει η δικαιοσύνη, όταν τα γράμματα καλλιεργηθούν όχι για μάταιη επίδειξη, παρά για το όφελος του λαού, που έχει ανάγκη από παιδεία και από μόρφωση όχι σχολαστική. Τότε θα έχουμε - ή μάλλον θα έχουν τα παιδιά μας - μια ηθική αναγέννηση και το μέλλον θα είναι μεγάλο.''

 

Δρ Στάθης Ν. Κεκρίδης, Λέκτωρ

 Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης

Τμήμα Ιστορίας-Εθνολογίας

 

Επιστροφή Στην Προηγούμενη Σελίδα