| ΑΡΧΗ  |  ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ  |  Η ΕΚΔΟΣΗ  |

   Δημήτρη Β. Βραχιόλογλου: 
   ΜΟΡΦΕΣ ΛΑΪΚΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΣΤΗ ΘΡΑΚΗ ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΕΒΡΟ

    προηγούμενο κεφάλαιο | επόμενο κεφάλαιο
 

ΤΑ ΑΓΙΑ – ΘΕΟΦΑΝΕΙΑ  (ΤΩΝ ΦΩΤΩΝ) ΣΤΗ ΔΑΔΙΑ ΣΟΥΦΛΙΟΥ

             « Σίμιρα τα Φώτα κι Φουτισμός

                κι χαρές μιγάλες στουν  Κύρ(γ)ιου μας….  

              Ετσι αρχίζει το τραγούδι των Φώτων στη Δαδιά, χωριό της Επαρχίας Σουφλίου που τραγουδούσαν και τραγουδούν  μέχρι και σήμερα, τα παληκάρια του χωριού.

              Μεγάλη γιορτή και Θεότρομη τα Φώτα, γιατί τότε  αγιάζονται τα νερά και φεύγουν τα δαιμονικά (τα κακά…).

Ο πρώτος αγιασμός τους, η πρωτάγιαση ή φώτιση, γίνεται την παραμονή της γιορτής στην εκκλησία .Στη συνέχεια ο παπάς παίρνει «σβάρνα» όλα τα σπίτια του χωριού και ραντίζει μ ένα κλωνάρι βασιλικό τους κατοίκους, αλλά και τους χώρους του σπιτιού. Ετσι λένε πως διώχνουν τους καλικαντζάρους,  που μαγαρίζουν ό,τι βρουν μπροστά τους.

                Ο μεγάλος αγιασμός γίνεται ανήμερα τα Θεοφάνεια.

                Στο κέντρο σχεδόν του νομού Εβρου και σε απόσταση δεκατέσσερα (14) χιλιόμετρα νοτιοδυτικά  από το Σουφλί, μέσα σ ένα πανέμορφο φυσικό περιβάλλον βρίσκευαι το χωριό Δαδιά.Παλιό χωριό κατοικημένο ακόμα από τα βυζαντινά χρόνια.

Στα χρόνια της Οθωμανικής αυτοκρατορίας έφερε το όνομα «Τσιαμ-Κεμπίρ», δηλαδή χωριό του Μεγάλου Πεύκου. Σήμερα πολλοί το ονομάζουν  «Τσιαμ-κιοι».

                Οι σημερινοι κάτοικοι της Δαδιάς είναι ντόπιοι. Σ’αυτούς προστέθηκαν ορισμένες οικογένειες από το Καρατζιόμπασι-τους Τρεις Μύλους δηλαδή-από την Κοτρωνιά, κυρίως Λιλικουστιώτες, καθώς και ορισμένες.  Σαρακατσάνικες οικογένειες.

                 Στην τοποθεσία του σημερινού χωριού και σε ακτίνα δύο με δυόμιση χιλιόμετρα βρίσκονται ερείπια από την Πάνω και Κάτω Παλιοχώρα.

                  Τα Θεοφάνεια  για τη Δαδιά είναι μια γιορτή διαφορετική και ξεχωριστή.

Την παραμονή των Φώτων, ο παπάς του χωριού   με το γαιδουράκι, κάποιος επίτροπος   της εκκλησίας και ένα αγόρι με το «μπακιρτσάκι»  γύριζαν (μέχρι το 1995) όλα τα σπίτια για να φωτιστούν  άνθρωποι, ζωντανά και στάβλοι.

Σήμερα γίνεται η θεία λειτουργία όχι όμως και η περιφορά των παραπάνω στο χωριό. Διατηρείται όμως με μεγαλοπρέπεια  το έθιμο της περιφοράς των εικονισμάτων στα εκκλησάκια ,στα σπίτια και στους δρόμους του χωριού.

Κατά το μεσημέρι της παραμονής όλο το χωριό κατευθύνεται στην Ιερά Μονή της Παναγιάς (στο Μοναστήρι, τρια χιλμ.έξω από το χωριό), για να πάρουν την εικόνα της Παναγίας (με την οποίαν είναι πάρα πολύ δεμένοι οι κάτοικοι) και να τη μεταφέρουν στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου. Στην ίδια εκκλησία θα μεταφερθούν και τα εικονίσματα όλων των εκκλησιών και παρεκκλησιών του χωριού, δηλαδή του Αγίου Αθανασίου, του Αγίου Ιωάννου του Χρυσόστομου, του Προφήτη Ηλία, της Αγίας Παρασκευής. Εδώ, όλη τη νύχτα, οι ηλικιωμένες γυναίκες (οι γιαγιάδες συνήθως) «ξημερώνουν την Παναγία»,δηλαδή κρατούν συντροφιά στην εικόνα της Παναγίας τραγουδώντας τραγούδια της μέρας τούτης αλλά και άλλα, διαφορετικά,πάντα, όμως, στο πνεύμα των ημερών.

Το βράδυ ο παππούς, παλιά, έλεγε στα εγγόνια του να κοιμηθούν νωρίς, γιατί αύριο-τα Φώτα-θα γύριζαν τα εικονίσματα σε όλο το χωριό. Και μάλιστα το βράδυ αυτό έπρεπε (και το’χαν σε καλό) να κάνει πολύ κρύο «για να παγώσει ο Σταυρός και να’μαστε εμείς γεροί και οι Τούρκοι άρρωστοι….».

                 Ανήμερα τα Φώτα οι κάτοικοι του χωριού θα παν στην εκκλησιά. Εκεί θα παρακολουθήσουν τη θεία λειτουργία, αλλά και θα πάρουν μέρος στη δημοπρασία των εικονισμάτων (κυρίως όμως του Σταυρού και της Παναγίας). Η δημοπράτηση των εικονισμάτων τώρα έχει πια σταματήσει.

Εβγαινε, λοιπόν, ο παπάς στην ωραία Πύλη και φώναζε:

                 Ο Σταυρός δέκα κιλά λάδι.

                 Και συνέχιζε με προσφορές πάντα προς τα πάνω γιατί οι εκκλησίες τότε είχαν ανάγκη από λάδι..

                 Το άτομο όμως που θα’παιρνε το Σταυρό έπρεπε να μένει σε περιοχή του χωριού που  θα βρισκόταν δεξιά της εκκλησίας.«Ο Σταυρός πάει πάντα δεξιά» λένε οι κάτοικοι. Φέτος μπορεί να τον είχε ο Πέρα – Μαχαλάς, τώρα θα φύγει δεξιά θα πάει στον Κάτω Μαχαλά, του χρόνου στον άλλο, δηλαδή δε γυρίζει ποτέ πίσω. Το’χουν σε κακό αν ποτέ γυρίσει προς τα πίσω. Τον «παίρνουν πάντα δεξιά» και μάλιστα πάντα νέοι άνθρωποι, συνήθως αυτοί που έχουν κάνει τάμα.

Σήμερα, αυτός που επιθυμεί να «πάρει» το Σταυρό, ενημερώνει την εκκλησία πολύ νωρίτερα και ο παπάς, παρακολουθώντας την πορεία της προηγούμενης χρονιάς, του απαντά, ανάλογα θετικά ή αρνητικά.

 Τιμή μεγάλη για το νέο το παληκάρι που θα σηκώσει το Σταυρό. Αυτός θα είναι πρώτος στην περιφορά. Δεύτερη η Παναγία και πίσω τους όλα τα άλλα παλικάρια.

(εικονίσματα δεν παίρνουν οι γυναίκες).                 

       Μετά το τέλος της Θείας λειτουργίας, ο κόσμος, με τα εικονίσματα μπροστά, βγαίνουν έξω στο προαύλιο της εκκλησίας. Εκεί τα παλικάρια, που κρατούν τις εικόνες κάνουν ημικύκλιο. Μπροστά τους γίνεται ο Μεγάλος Αγιασμός, η Βάφτιση, είτε στη κολυμβήθρα είτε στο μπακιρτσάκι. Στη συνέχεια ο παπάς θα φωτίσει τα παλικάρια .Όλα είναι έτοιμα για την περιφορά των εικόνων. Οι νέοι σηκώνουν ψηλά τα εικονίσματα φωνάζοντας

¨               Ντάγκα, ντάγκα , Κύρ(γ)ιε Ελέησον.

Αφήνουν την εκκλησία. Παίρνουν την προκαθορισμένη πορεία, και μέσα από τους δρόμους του χωριού, περνούν από τα σπίτια. Οι νοικοκυρές, όσες δε συνοδεύον τα εικονίσματα, στην αυλόπορτα, με τα θυμιατήρια στα χέρια,  θυμιατίζουν τις εικόνες. Παλιότερα ανοίγανε τους στάβλους και βγάζανε τα ζώα έξω (μέχρι το 1950).

Η πομπή κατευθύνεται στις εκκλησίες και στα παρεκκλήσια του χωριού. Παλιά,  πρώτα θα σταματούσαν στον Τσισμέ του Μπουγά (θέση που βρίσκεται σήμερα το σπίτι του Παιδιού).Στη συνέχεια σταματούσαν στο εκκλησάκι του Αη-Γιάνν ’. Μετά στον Αη-Λιά. Κατόπιν στην εκκλησία του Αγίου Αθανασίου, για να καταλήξουν στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου.

                 Σ’ όλες τις εκκλησίες και τα παρεκκλήσια εικονίσματα και κόσμος κάνουν τρεις φορές το γύρω φωνάζοντας πάντα το  Ντάγκα,ντάγκα Κύρ(γ)ιε Ελέησον .Τελευταία η εκκλησία του Αγίου Νικολάου .Εκεί αφού τα χαιρετίσουν και τα φιλήσουν όλοι τοποθετούνται στο ιερό της εκκλησίας.

                 Στη συνέχεια όλοι, μικροί και μεγάλοι, τραγουδούν το τραγούδι της ημέρας:

                 « Σήμιρα τα Φώτα κι Φουτισμός

                    κι χαρές μιγάλες στου Κύρ(γ)ιου μας

                      Σήμιρα κυρά μας η  Παναγιά

                      Σπάργανα για ναμα κι νιο(ν) κρατεί

                      Μι τα θυμιατούρια στα δάχτυλα

                   Κι τουν Αγιους-Γιάννη παρακαλεί

                       Δύνασι Αγιους Γιάννη, βρε, Πρόδρομι

                        Να βαφτίσεις το να Θεό παιδί

                        Δίνουμι κι(α) πα(να)ραδίνουμι

                        Κι έχου του καρτέρι μου στου πουρνό

                        Για να ανέβου (αι)πάνου δτουν ουρανό

                        Για να ρίξει ο γιος μου κατά τη γη

                        Για ν αγιάσουν βρύσις κι τα νιρά

                        Να καταπραύνουν τα είδουλα

                        Τότες θα βαφτίσου Θεό παιδί.

Αφού τραγουδήσουν τρεις φορές, στο νάρθηκα της εκκλησίας, το τραγούδι των Φώτων, το παλικάρι, που είχε πάρει  το Σταυρό την προηγούμενη χρονιά, κερνάει τον κόσμο κονιάκ και μοιράζει κόλυβα.

Στη συνέχεια όλοι βγαίνουν στο προαύλιο της εκκλησίας και χορεύουν το ίδιο τραγούδι σε βήμα τα σταυρωτού ή συρτού χορού. Πρώτος πάντα ο παπάς.

Το μεσημέρι, κάθε οικογένεια του χωριού, ξεκινά το μεσημεριάτικο τραπέζι με το κόψιμο της Θεοφανόπιτας. Είναι μια ντόπια πίτα που μέσα έχει χρυσό φλουρί και ξυλαράκια μικρά για τα κουκούλια, τα ζώα, τα αμπέλια κ.α.

                   Κατά τις δυο το μεσημέρι χτυπά η καμπάνα της εκκλησίας του Αγίου Νικολάου.Είναι το κάλεσμα των κατοίκων, για να μεταφέρουν τα εικονίσματα στις εκκλησίες και παρεκκλησάκια .Με τη ίδια ακριβώς διαδικασία, όπως μαζεύτηκαν, έτσι τοποθετούνται στις θέσεις τους, όπου θα παραμείνουν όλο το χρόνο.

Η εικόνα της Παναγίας θα επιστραφεί στο Μοναστήρι. Οι νέοι, αφού προηγουμένως κάνουν το γύρω του μοναστηριού τρεις φορές, την τοποθετούν στη θέση της,  τραγουδώντας και χορεύοντας το τραγούδι της ημέρας.