|
ΜΕΡΟΣ
ΔΕΥΤΕΡΟ
Η
θρησκευτική ελευθερία των
μουσουλμανικών μειονοτήτων στην Ελλάδα,
από τη διεθνή αναγνώριση της ως
ανεξάρτητου κράτους μέχρι τη Συνθήκη
της Λωζάνης
3.Διεθνείς
ρυθμίσεις
Α.Η
προβληματική των εθνικών κτημάτων και
οι συναφείς διεθνείς πράξεις
1.Η
ταύτιση των θρησκευτικών προς τους
πολιτικούς και πολιτισμικούς θεσμούς
του ισλάμ εμπόδισε τη σύμμετρη προς τις
ευρύτερες κοινωνικές μεταλλαγές
κοσμικότητα του. Η παρακμή συνεπώς των
ισλαμικών κοινωνιών, που οργάνωσαν τα
πρότυπα της ζωής και δράσης τους με βάση
την παρωχημένη πραγματικότητα, ήταν
μοιραία και αναπότρεπτη. Ο νομικός και
πολιτικός αναχρονισμός του ισλαμισμού
επέδρασε ανασταλτικά και στην επιδίωξη
της ορθολογιστικής οργάνωσης του
νεοσύστατου ελληνικού κράτους καθώς και
στην εξισορρόπηση των αντιθέσεων του
προς την οθωμανική αυτοκρατορία και τα
ευρωπαϊκά κράτη.
Από
τα σημαντικότερα προβλήματα που προέκυψαν μετά την κατάλυση της
οθωμανικής κυριαρχίας, υπήρξε και το ζήτημα των αποκαλούμενων
«εθνικών γαιών»82. Στην εν λόγω κατηγορία
εντάσσονταν τα ακίνητα, που περιήλθαν στην ελληνική διοίκηση,
μετά την επιτυχή έκβαση του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα του 1821
και που ανήκαν προγενέστερα στην οθωμανική κυριαρχία. Γεγονός
προσδιοριστικής σημασίας στην επίλυση της συγκεκριμένης προβληματικής
υπήρξε η «πρωτοβουλία» των «μεγάλων δυνάμεων», των οποίων όμως
οι αντιπρόσωποι δεν είχαν την απαιτούμενη γνώση του θέματος για
την επιτυχή πραγμάτευσή του. Αρκούμενοι στη διαπίστωση χαρακτηριστικών
αναλογιών και ομοιοτήτων και με σύνηθες μέτρο εκτίμησης μια μονομερή
θεώρηση των πραγμάτων, ενεργούσαν τις περισσότερες φορές «ερήμην»
ή και αντίθετα προς τις ελληνικές θέσεις.
Κατά
συνέπεια, η επίλυση των εθνικών αιτημάτων μας όχι μόνο παρέμεινε
ανέφικτη, αλλά και δε διαγράφονταν άμεση προοπτική εκπλήρωσης
τους. Ο «εγκλωβισμός» τους σ’ ένα νομικό πλαίσιο αλυσιτελές διαμορφωμένο
δε συνεπάγονταν απλώς τη μετάθεση από την πραγματική τους βάση,
αλλά τη μετουσίωση τους από καθαρά εθνικού χαρακτήρα σε «διεθνή»,
με συνέπεια την παρεμπόδιση της μεταρρυθμιστικής τους εξέλιξης
κατά τρόπο ριζικό. Τη δυσχέρεια για την ομαλή διαμόρφωση τους
επέτεινε η έλλειψη επακριβούς γνώμονα καταγραφής τους. Ο χαρακτηρισμός
των εν λόγω κτημάτων ως «εθνικών γαιών» συντελούνταν με προσδιοριστικό
στοιχείο την εκάστοτε δημοσιονομική χρηστικότητα τους. Η διευθέτηση
τους εξάλλου δεν επιχειρήθηκε με επισήμανση του ιδιάζοντος στο
φαινόμενο χαρακτήρα, αλλά με την ένταξη τους σ’ ένα ευρύ πλαίσιο
παρεμφερών προβλημάτων, που αξίωναν προτεραιότητα επίλυσης τους
και ταυτόχρονα συνέθεταν την ευρύτερη προβληματική της διεθνούς
μας αναγνώρισης ως ανεξάρτητου κράτους83.
2.Η
μερική αντιμετώπιση της συγκεκριμένης προβληματικής επιχειρήθηκε
αρχικά με το Πρωτόκολλο της Πετρούπολης 23 Μαρτίου-4 Απριλίου
1826 «Περί των ελληνικών πραγμάτων», μεταξύ Αγγλίας και Ρωσίας84.
Η επίμαχη διάταξη της διεθνούς αυτής πράξης προέβλεπε ειδικότερα
την εξαγορά των «ιδιωτικών» κτημάτων (άρθρ. 1) της τέως οθωμανικής
εξουσίας, χωρίς να πραγματεύεται την τύχη των χαρακτηριζόμενων
ως «δημοσίων» κτημάτων. Είναι πάντως προφανές, ότι η έλλειψη αυτή
επιδίωκε στο περιθώριο των διπλωματικών διεργασιών την εξασφάλιση
ενός «πολιτικού ενέχυρου», που θα συνέδραμε την επιδίωξη των «μεγάλων
δυνάμεων», να καταστήσουν τη νεοσύστατη ελληνική πολιτεία «φόρου
υποτελή» στην «Οθωμανική Πύλη». Ο εγγενής αυτός κίνδυνος μπορούσε
να προσλάβει τέτοιες διαστάσεις, ώστε η επαλήθευση του στην πράξη,
να στοιχειοθετεί όχι την αυτούσια καθιέρωση αλλά την «εξ αποτελέσματος»
επιβολή του.
Τις
ίδιες βασικά ρυθμίσεις υιοθετούσε και η Συνθήκη του Λονδίνου της
24.6.182785. Ειδικότερα, οι ορισμοί
του άρθρ. 2, διερμήνευαν ως εξής τον προτεινόμενο συμβιβασμό των
ελληνικών θέσεων προς τις τουρκικές αξιώσεις: α) Ως καταβολή του
ετήσιου φόρου υποτέλειας στο οθωμανικό κράτος και β) Ως εξαγορά
των τέως οθωμανικών γαιών, που ανήκαν σε ιδιώτες. Η τύχη όμως
των τέως «δημοσίων» οθωμανικών κτημάτων δεν αποτελούσε και πάλι
αντικείμενο διαπραγμάτευσης. Προφανώς, η συγκεκριμένη ρύθμιση
προϋπέθετε τον οριστικό διακανονισμό των φορολογικών «υποχρεώσεων»
της Ελλάδας προς την Τουρκία.
Με
το Πρωτόκολλο του Λονδίνου της 10/22.3.1829 επιχειρήθηκε ο σαφής
πλέον διαχωρισμός των «οθωμανικών» ακινήτων της Ελλάδας, σε «δημόσια»
και «ιδιωτικά». Η διάκριση αυτή συνάπτονταν προς την υποχρέωση
των ελλήνων, να αποζημιώσουν τα κτήματα, που ανήκαν «κατά πλήρη
κυριότητα» σε μουσουλμάνους ιδιώτες ή συνιστούσαν «κεκτημένα»
δικαιώματα τους σ’ αυτά. Η έννοια εξάλλου των «κεκτημένων» δικαιωμάτων
διαμορφώνονταν περαιτέρω: α) Ως δικαίωμα «επικαρπίας» και β) Ως
αποζημίωση για τη «διαχείριση κληρονομιάς» σε βακούφια της κατηγορίας
«Άδη». Οι συγκεκριμένες ρυθμίσεις ήταν μεν αναγκαίες αλλά όχι
και επαρκείς για την επίλυση του ζητήματος των «εθνικών κτημάτων».
Η δυσχέρεια αυτή εντοπιζόταν κυρίως στην πλημμελή λειτουργία των
ισλαμικών θεσμών ή στην κατ’ αναλογία απόδοση νομικών ορισμών,
που ανταποκρίνονταν σε ασαφή ή απαρχαιωμένα δικαϊκά πρότυπα. Ενδεικτικά,
ο «διηνεκής» χαρακτήρας των βακουφιών, σε συνδυασμό προς την «αναπαλλοτρίωτη»
φύση τους, θεωρούνταν απότοκος της ιδιότητας τους ως πραγμάτων
«θείω δικαίω», που τα καθιστούσε Res divines juris, δηλαδή ανεπίδεκτα
οικειοθελούς συναλλαγής86.
Με
το Πρωτόκολλο του Λονδίνου της 3.2.1830 «Περί ανεξαρτησίας της
Ελλάδος»87, το θέμα των «εθνικών
κτημάτων» είχε εν μέρει μόνο θετική έκβαση. Γιατί, οι διατάξεις
του, αν και πολυσχιδείς, παρέμειναν δυσερμήνευτοι, προξενώντας
αστάθμητες δυσμενείς επιπτώσεις στην ευρύτερη δημοσιονομική πολιτική
της Ελλάδας. Συνέπεια αυτών υπήρξε ο επαναπροσδιορισμός των όρων
συνδιαλλαγής τους, με την υπογραφή νέων ερμηνευτικών Πρωτοκόλλων.
Τα διεθνή αυτά κείμενα πραγματεύονταν το θέμα της αποζημίωσης
των «εθνικών κτημάτων», με γνώμονα την πραγματική ερμηνεία και
εφαρμογή τους καθώς και. τη δυναμική της προβληματικής τους. Με
τις νέες ρυθμίσεις περιορίσθηκαν στο ελάχιστο οι αποζημιώσεις
των «τουρκικών» κτημάτων, που ήταν στην ελληνική επικράτεια και
ταυτόχρονα οι απώτατες επιδιώξεις των «Μεγάλων Δυνάμεων», να καταστήσουν
την Ελλάδα οικονομικά εξαρτημένη απ’ την οθωμανική Τουρκία.
Οι
εν λόγω διευθετήσεις, που εντάχθηκαν στη «Διακοίνωση των αντιπροσώπων
των Μεγάλων Δυνάμεων περί του Πρωτοκόλλου της 4/16.6.1830»88
όριζαν, ότι τα κτήματα της κατηγορίας «βακούφ» έμεναν οριστικά
στην κυριότητα του ελληνικού κράτους, χωρίς να προκύπτει σε βάρος
του οποιαδήποτε αξίωση αποζημίωσης. Ειδικότερα, τα βακούφια της
κατηγορίας «Σερί», δηλαδή τα υπαγόμενα στην τέως διαχείριση του
οθωμανικού δημοσίου, περιέρχονταν χωρίς την καταβολή ανάλογου
«υπαλλάγματος» στο ελληνικό δημόσιο. Εξαίρεση για αποζημίωση υπέρ
του τουρκικού κράτους προβλεπόταν μόνο για τα βακούφια της κατηγορίας
«Άδη»89, που ήταν μεν σε περιοχές
υπό τουρκική κατοχή, αλλά έμελλε να αποτελέσουν τμήμα του ελληνικού
κράτους. Οι ίδιοι εξάλλου λόγοι υπήρξαν τα σημαντικότερα κίνητρα
για την εξαγορά των «οικογενειακών» βακουφιών. Η εν λόγω ρύθμιση
έλαβε χώρα με τις ειδικές συμβάσεις της 3.9.183790
και της 18.2.184491 μεταξύ Ελλάδας
και Τουρκίας92.
3.Το
νομικό καθεστώς των βακουφιών
συνιστούσε μια έκφανση της μετουσίωσης
του ισλαμισμού σ’ ένα καθολικό σύστημα
αξιών, που θεωρητικά επιδίωκε να
ικανοποιήσει τις πνευματικές και
βιοτικές ανάγκες του ατόμου, έμμεσα όμως
απέβλεπε στη χειραγώγηση της προσωπικής
και κοινωνικής του ζωής. Με τις παραπάνω
ρυθμίσεις η ακαμψία του «ιερού»
ισλαμικού νόμου, που αγνοούσε ή
παραμελούσε την αντιμετώπιση της
κοινωνικής πραγματικότητας,
αντικαταστάθηκε από ένα κοινωνικό
πρότυπο δομημένο σε νέες ορθολογιστικές
βάσεις. Συνεπώς, η ανενεργής φύση του
βακουφικού καθεστώτος, που συνέβαλε
στην αύξηση των ακτημόνων καλλιεργητών
και στην επίταση των κοινωνικών
προβλημάτων της Ελλάδας, κατέστησε
επιτακτική τη θεσμική του μεταρρύθμιση.
Η
εφαρμογή όμως των ανωτέρω ρυθμίσεων
εμφανίσθηκε στην πράξη ιδιαίτερα
δυσχερής. Η άγνοια των ποικίλων
κατατάξεων της οθωμανικής ιδιοκτησίας
από τα ελληνικά δικαστήρια, αλλά και η
ιδιότυπη οθωμανική νομοθεσία με τις
ποικίλες και ασαφείς νοηματικές
αποχρώσεις της, ήταν η κυριότερη αιτία
των δυσχερειών στην αντιμετώπιση
θεμάτων ανταγωνισμού, που ανάγονταν
στην κυριότητα ακινήτων ή στην
εγκυρότητα των τίτλων ιδιοκτησίας τους.
Με τον οριστικό διακανονισμό του
βακουφικού ζητήματος της Ελλάδας, οι
συναφείς ιδιοκτησιακές σχέσεις
εντάχθηκαν ενεργά στη «θεωρία» των
δικαιωμάτων και προσδιορίσθηκε
αντικειμενικά η νομικοπολιτική και
κοινωνική τους σημασία. Αυτό υποδήλωνε,
ότι ο βακουφικός θεσμός συμμετείχε
έκτοτε στην εξέλιξη των νομικοπολιτικών
γεγονότων, που διαδραματίζονταν στις
περιοχές της τέως οθωμανικής
αυτοκρατορίας, όπου όμως, το πρότυπο της
πολιτειακής οργάνωσης του ισλαμισμού,
υποκαθίστατο από ένα σύγχρονο θεσμικό
πλαίσιο.
Για
την πληρότητα των παραπάνω θα πρέπει να
διευκρινισθεί, ότι οι αναπτυχθείσες
ρυθμίσεις δεν ανάγονταν στην επίλυση
μειονοτικών προβλημάτων αλλά στη
διευθέτηση των ελληνοτουρκικών
διαφορών, που προλείαναν τη διεθνή
αναγνώριση της νεοσύστατης ελληνικής
πολιτείας.
Η νομοθετική όμως και ιδιαίτερα η
νομολογιακή κάλυψη της συγκεκριμένης
θεματικής παρέχει επαρκή στοιχεία στην
κατανόηση και αντιμετώπιση συναφών
προβλημάτων, όχι μόνο κατά την περίοδο
που εξετάσθηκε αλλά και μετά τη διεθνή
αναγνώριση της πρώτης μουσουλμανικής
μειονότητας στην Ελλάδα.
Β.Η
Σύμβαση της 2 Ιουλίου 1881
1.Με
τη Σύμβαση της 2 Ιουλίου 1881 «Περί προσαρτήσεως της Θεσσαλίας
και τμήματος της Ηπείρου στην Ελλάδα»93,
το ιδιόρρυθμο καθεστώς του νομοκανονικού ισλαμισμού χαρακτηρίσθηκε
ως δικαιϊκή πηγή ισότιμη προς τους ελληνικούς νόμους94.
Ειδικότερα, οι κανόνες που ρύθμιζαν τις προσωπικές σχέσεις των
μουσουλμάνων95, στις ανωτέρω περιοχές,
σε θέματα οικογενειακού και κληρονομικού δικαίου, εναρμονίζονταν
προς τις επιταγές του Κορανίου, του κατεξοχήν ισλαμικού «Corpus
Juris».
Το
σύνολο των δικαιωμάτων, που παραχωρήθηκαν με γνώμονα την παραπάνω
διεθνή πράξη, συνιστούσε το πρώτο προνομιακό καθεστώς των ελλήνων
πολιτών μουσουλμανικού θρησκεύματος96.
2.Στο
άρθρο 3 της Σύμβασης, «Η ζωή, η περιουσία,
η θρησκεία και τα έθιμα των κατοίκων των
παραχωρουμένων τη Ελλάδι χωρών»
αναγνωρίσθηκαν ως «σεβαστά και
απαραβίαστα», έτσι ώστε οι εκάστοτε
φορείς τους, να καταστούν υποκείμενα
ευταξίας.
Συγκεκριμένα,
η κατοχύρωση του «θρησκεύματος» και της
«λατρείας» των μουσουλμάνων καθώς και η
ανάπτυξη των επικοινωνιακών τους
διαύλων προς τους πνευματικούς τους
ηγέτες (άρθρ. 8 παρ. 2) υπήρξε ενδεικτική
της ελευθερίας, που αναγνωρίσθηκε στις
θρησκευτικές τους ιδιοτυπίες.
Για
την αδιάβλητη εξάλλου απονομή της ισλαμικής δικαιοσύνης ως ορθή
και ευκταία λύση επιλέχθηκε η συνέχιση της λειτουργίας των ισλαμικών
δικαστηρίων (Cheri)97 σε υποθέσεις
νομοκανονικής υφής (άρθρ. 8 παρ. 3). Η έλλειψη όμως πάγιας νομολογίας
ικανής να ανταποκριθεί στη δικαιοπλαστική αποστολή της, κατέτεινε
στην εκ μέρους των ιεροδικών υιοθέτηση πρόσφορων λύσεων, που προσιδίαζαν
στο γράμμα του ιερονομικού κανόνα. Η τελολογική εξάλλου ερμηνεία
του νομοκανονικού ισλαμισμού καθώς και η αναλογική εφαρμογή του
υπάγονταν στην αρμοδιότητα του μουφτή, που την ασκούσε τελεσίδικα,
μέσω γνωμοδοτήσεων.
Συνεπώς,
η εύσχημη αναγνώριση και βαθμιαία επέκταση δικαιοδοτικών αρμοδιοτήτων
στο Μουφτή98, με γνώμονα την εμβριθή
γνώση και την ικανότητα του στην «αυθεντική» διερμήνευση των «ιερών»
παραδόσεων του ισλαμισμού, υπήρξε σκόπιμη και σύμφωνη προς το
πνεύμα της Σύμβασης του 1881. Η συγκεκριμένη διευθέτηση επισήμανε
έκτοτε και θεμελίωσε στέρεα και πειστικά και κατά τρόπο «προδρομικό»
την απονομή της ισλαμικής δικαιοσύνης από τους «φυσικούς» φορείς
της, τους ιεροερμηνευτές (Μουφτήδες99.
Η
δικαστική δικαιοδοσία των μουσουλμάνων πρωθιερέων ρυθμίσθηκε με
το Ν. ΑΛΗ’ 722.6.1882 «Περί πνευματικών αρχηγών των Μωαμεθανικών
κοινοτήτων»100, περιλαμβάνοντας
τις εξής επιμέρους αρμοδιότητες: α) Τις εκδόσεις αδειών ισλαμικών
γάμων, β) Την προεδρία των ισλαμικών οικογενειακών συμβουλίων,
με «καθοριστική» ψήφο (άρθρ. 4 παρ. 1) και γ) Τη διαχείριση της
κινητής και ακίνητης περιουσίας των φιλανθρωπικών και θρησκευτικών
ιδρυμάτων του ισλάμ.
Ως
προέχουσα όμως αρμοδιότητα του Μουφτή αναγνωρίσθηκε η λειτουργική
και γενικά κάθε πράξη, που ανάγονταν στην πνευματική καθοδήγηση
των μουσουλμάνων. Ο Νόμος ΑΛΗ’/1882, αποβλέποντας στην εξισορρόπηση
των διαλεκτικά αναπτυσσόμενων θρησκευτικών ομάδων, κατέστησε τους
πνευματικούς ηγήτορες του ισλαμισμού «δημόσιους λειτουργούς» (άρθ.
2 παρ. 1), όπως και τους αντίστοιχους της ορθόδοξης χριστιανικής
εκκλησίας. Η ρύθμιση αυτή υπαγορευόταν επίσης και από την ανάγκη,
να κατοχυρωθεί η δικαστική και γενικά η πνευματική αυτοτέλεια
των ιεροδικών και παράλληλα, να διασφαλισθεί η συνεχής και εύρυθμη
απονομή της ισλαμικής δικαιοσύνης. Στις αρμοδιότητες του Μουφτή
ανάγονταν επίσης και η εποπτεία της ισλαμικής εκπαίδευσης, με
την ιδιότητα του προέδρου των «εφορευτικών επιτροπών» στα μουσουλμανικά
σχολεία. Ειδικά, για το Μουφτή της Λάρισας παραχωρήθηκε η κατά
τον «ιερό» νόμο («Σερή») άδεια για την έναρξη του προσκυνήματος
και την «τέλεσην πάσης των μωαμεθανών τελετής» (άρθρ. 5). Σε εκτέλεση
εξάλλου του Νόμου ΑΛΗ'/1882 εκδόθηκε το Β. Διάταγ-μα/12.8.1882
«Περί αναγνωρίσεως πνευματικών αρχηγών ή Μουφτήδων των Μωαμεθανικών
Κοινοτήτων Λαρίσης, Φαρσάλων και Βόλου»101.
Με τη συγκεκριμένη κρατική πράξη νομιμοποιήθηκαν ως πρωθιερείς
των ανωτέρω μουσουλμανικών κοινοτήτων οι ήδη υπηρετούντες σ' αυτές.
3.Κατά
το άρθρ. 4 του Ν. ΠΛΖ' /1882 εξάλλου, η ελληνική κυβέρνηση αναλάμβανε
τη νομική υποχρέωση, να αναγνωρίσει τους ιδιοκτησιακούς τίτλους102
ακινήτων103 της κατηγορίας βακουφιών,
τα οποία χρησίμευαν για τη συντήρηση τεμενών και εκπαιδευτικών
ή αγαθοεργών ιδρυμάτων. Η «κατοχή» των τέως οθωμανικών γαιών,
νομιμοποιούμενη με βάση τους οθωμανικούς τίτλους κυριότητας, αποτέλεσε
μια θετική προϋπόθεση για την ενεργοποίηση της ρύθμισης του άρθρ.
4.
Με
την παραπάνω προσέγγιση καθίσταται
πρόδηλο, ότι επιτεύχθηκε όχι μόνο η
κατοχύρωση των ιδιοκτησιακών
δικαιωμάτων των ελλήνων πολιτών
μουσουλμανικού θρησκεύματος, αλλά
συγχρόνως υπερκεράσθηκε και η
προβλεφθείσα στο άρθρ. 3 της Σύμβασης του
1881 νομική ισότητα των τέως Οθωμανών προς
τους έλληνες πολίτες.
Γιατί,
ενώ τα «κεκτημένα» δικαιώματα στην
κατηγορία των τέως οθωμανικών γαιών
ήταν περιορισμένης «ιδιοκτησίας», με τη
νομιμοποίηση των ιδιοκτησιακών τίτλων
αναγνωρίσθηκαν σε δικαιώματα πλήρους
κυριότητας.
Συναφής
προς τις παραπάνω ρυθμίσεις υπήρξε ο Ν. ΑΡΠΓ'/17.4.1884 «Περί
διαχειρίσεως των εν ταις προσαρτηθείσαις επαρχίαις βακουφιών,
δωρεών και κληροδοτημάτων»104. Βάσει
αυτού συγκροτήθηκε ειδική επιτροπή διοίκησης και διαχείρισης περιουσιών,
που διατέθηκαν από μουσουλμάνους έλληνες πολίτες, για την επιτέλεση
αγαθοεργών σκοπών, οι οποίες όμως για διάφορους λόγους κατέστησαν
ανενεργείς. Η εν λόγω επιτροπή είχε ως καθήκον την εξακρίβωση
και εξασφάλιση της βακουφικής περιουσίας, τη δικαστική της εκπροσώπηση
και γενικά τη λήψη κάθε πρόσφορου μέσου για την πραγμάτωση του
αφιερωτήριου σκοπού (άρθρ. 3). Για την απαλλοτρίωση των ακίνητων
ή τη σύσταση οποιουδήποτε εμπράγματου δικαιώματος, προαπαιτούνταν
ομόφωνη απόφαση της επιτροπής και έγκριση της από τα Υπουργεία
των Εκκλησιαστικών και των Εσωτερικών (άρθρ. 4 παρ. 4)105.
Με
το Β.Δ./12.2.1885 «Περί εκτελέσεως του νόμου ΑΡΠΓ' περί διαχειρίσεως
των εν ταις προσαρτηθείσαις επαρχίαις βακουφιών, δωρεών και κληροδοτημάτων»106,
καθορίσθηκαν πρόσθετες και ειδικές εγγυήσεις, που ανάγονταν στη
διαδικασία εκλογής των πρώτων μελών της επιτροπής βακουφικής περιουσίας
(άρθρ. 1-10). Παράλληλα, διασφαλίσθηκαν με τρόπο πλήρη και σαφή,
οι αρμοδιότητες των εν λόγω επιτροπών.
Οι
παραπάνω διευθετήσεις (Ν.ΑΡΠΓ'/1884, Β.Δ./12.2.1885), αν και διαμόρφωσαν
το θεσμικό πλαίσιο για τη διαχείριση της βακουφικής περιουσίας,
εντούτοις θεωρήθηκαν δεκτικές επαναπροσδιορισμού. Γιατί, ως μέλος
της επιτροπής βακουφικής περιουσίας εντάχθηκε και ο δήμαρχος της
οικείας περιοχής (άρθρ. 1 Ν. ΑΡΠΓ'). Συνέπεια αυτού υπήρξε η ψήφιση
του Ν. ΑΨΣΤ'/5.2.1889 «Περί διοικήσεως και διαχειρίσεως των εν
Θεσσαλία και Ηπείρω βακουφιών κ.λ.π.»107,
που καθόρισε εκ νέου τη στελέχωση των μελών της επιτροπής, κατά
τρόπο ανταποκρινόμενο στο αίτημα της μουσουλμανικής μειονότητας108
και στο συμφέρον της ελληνικής διοίκησης. Με το νεότερο
εξάλλου Ν. ΑΣΤΝΑ' «Περί μεταρρυθμίσεως διατάξεων του ΑΨΣΤ' νόμου
περί διοικήσεως και διαχειρίσεως των εν Θεσσαλία και Ηπείρω βακουφιών
κ.λ.π.»109, ρυθμίσθηκαν διεξοδικότερα
οι διατάξεις του Ν. ΑΨΣΤ"110.
4.Η
ενεργοποίηση της Σύμβασης του 1881, κυρίως
όμως η νομική μεταμόρφωση του
ιδιοκτησιακού καθεστώτος των τέως
οθωμανικών γαιών, δημιούργησαν
δυσερμήνευτα νομικά και κατ' επέκταση
κοινωνικά προβλήματα, που συνέβαλαν
στην επίταση του αγροτικού ζητήματος
της Θεσσαλίας. Ειδικότερα, στο άρθρ. 4 της
Σύμβασης, αναγνωρίσθηκαν ως «κεκτημένα»
δικαιώματα, οι ιδιοκτησιακοί τίτλοι του
τέως οθωμανικού γαιοκτητικού
καθεστώτος, αν και δε στηρίζονταν σε «διάφανους»
εμπράγματους τύπους. Στο άρθρ. 6 παρ. 1 της
Σύμβασης διασφαλιζόταν περαιτέρω το
καθεστώς των εν λόγω ιδιοκτησιών, με τη
δυνατότητα απαλλοτρίωσης τους μόνο για
λόγους «δημοσίας ανάγκης προσηκόντως
βεβαιούμενης, οσάκις και όπως ο νόμος
ορίζει και μετά δικαίαν αποζημίωσιν».
Το
νομικό όμως status των επίμορτων καλλιεργητών παρέμεινε ενταγμένο
στα πλαίσια μιας δυσμενούς ρύθμισης. Χαρακτηριστική είναι η διάταξη
του άρθρ. 6 παρ. 2 της Σύμβασης του 1881, σύμφωνα με την οποία,
«Κανείς ιδιοκτήτης δε μπορούσε να εξαναγκασθεί στην πώληση ή στην
παραχώρηση μέρους των κτημάτων του σε καλλιεργητές ή τρίτους».
Επίσης, δεν προβλέπονταν καμία τροποποίηση στις σχέσεις μεταξύ
ιδιοκτητών και καλλιεργητών, «ειμή δια νόμου, εφαρμοστέου καθ'
όλον το βασίλειον»111. Έτσι, διασφαλίζονταν
πλήρως τα ιδιοκτησιακά «δικαιώματα» των ελλήνων πολιτών μουσουλμανικού
θρησκεύματος σε βάρος του πλειοψηφούντος χριστιανικού στοιχείου,
που με την ιδιότητα των επίμορτων καλλιεργητών παρέμεινε στην
ίδια ανασφαλή γαιοκτητική σχέση όπως και στο προϊσχύσαν οθωμανικό
καθεστώς112.
Γ. Η
Συνθήκη των Αθηνών της 14 Νοεμβρίου 1913
1.Η
Συνθήκη των Αθηνών της 14 Νοεμβρίου 1913 τερμάτισε την μεταξύ
Ελλάδας και Τουρκίας εμπόλεμη κατάσταση113
και τις επακόλουθες πολυσχιδείς διαπραγματεύσεις για τη ρύθμιση
των εκατέρωθεν μειονοτικών θεμάτων. Η διεθνής αυτή πράξη σήμανε
ταυτόχρονα την κατάληξη μιας αλληλουχίας ιστορικών γεγονότων114
με αφετηρία τη Συνθήκη του Λονδίνου της 30 Μαΐου 1913, για το
διακανονισμό των συνόρων της ευρωπαϊκής Τουρκίας115.
Η
ορθολογική αντιμετώπιση των ισλαμικών θεμάτων υπήρξε κατευθυντήρια
γραμμή των συμβαλλόμενων και στη Συνθήκη των Αθηνών116.
Η θρησκογενής περιαφή των δικαιωμάτων της μουσουλμανικής μειονότητας
σε συνδυασμό με την υπαγωγή τους «Jure canonice et facto», στη
δικαιοδοσία των ιεροδικών, κατέτεινε στην πραγμάτωση του αληθινού
νοήματος τους. Αυτό σήμαινε, ελευθερία αυτοκαθορισμού των μελών
της μουσουλμανικής μειονότητας σε ότι αφορά το ενδιάθετο φρόνημα
τους σχετικά με τη μεταφυσική θεώρηση του κόσμου. Η ανεξιθρησκεία
ανυψώνονταν σε καταστατική αρχή, που εξασφάλιζε τις απαραίτητες
νομικοπολιτικές εγγυήσεις για την προστασία των επιμέρους εκφάνσεων
της117. Ειδικότερα, κατοχυρώνονταν
η «εξωτερική λατρεία» της ισλαμικής θρησκείας, η δικαιϊκή αυτοδυναμία
της μουσουλμανικής μειονότητας και η ελεύθερη επικοινωνία των
μελών και των συσσωματώσεων της προς τους πνευματικούς της αρχηγούς
(άρθρ. 11 παρ. 4).
2.Η
μουσουλμανική μειονότητα της Ελλάδας είχε σαφώς τοπικό χαρακτήρα.
Αυτό όμως δε σήμαινε αναγκαία και απομόνωση της από τα λοιπά κέντρα
του ισλαμισμού. Αντίθετα, η θρησκευτική επικοινωνία της προς τους
μουσουλμάνους της Τουρκίας εκδηλωνόταν ως σχέση «πνευματικής πρεσβείας»,
ιδιαίτερα με την επικράτηση κοινών αρχών και λειτουργικής παράδοσης
στις εκκλησιαστικές πράξεις. Βαθμιαία όμως παρουσιάσθηκε η ανάγκη,
όπως οι σχέσεις αυτές ρυθμισθούν κατά τρόπο πληρέστερο και σαφή.
Φυσικές εκδηλώσεις και καταβολές της μεταξύ των μουσουλμάνων ενότητας,
που αναγνωρίσθηκε με τη Συνθήκη των Αθηνών, ήταν η ενίσχυση των
λειτουργικών αρμοδιοτήτων του Μουφτή, η επίνευση του διορισμού
του Αρχιμουφτή από τον Σεϊχοϋλ-Ισλάμ118
και η μνημόνευση του σουλτάνου ως χαλίφη στις δημόσιες προσευχές
των μουσουλμάνων.
Τα
παραπάνω εκκλησιαστικά όργανα του
ισλαμισμού (Χαλίφης-Σεϊχουλισλάμ)
λειτούργησαν ως «θεματοφύλακες» της
ισλαμικής οργάνωσης και ευταξίας. Η «πρεσβυγενής
διακονία» τους στα θρησκευτικά ζητήματα
της μουσουλμανικής μειονότητας της
Ελλάδας, είχε την έννοια της προτίμησης
για την αξιοπιστότερη μαρτυρία τους σε
δογματικά θέματα, λόγω της «αυθεντικής»
διερμήνευσης των παραδόσεων της
ισλαμικής πίστης, θεωρήθηκε συνεπώς
σκόπιμη ιστορικά και πνευματικά, όπως η
απόμερους τους μέριμνα για την
αναγνώριση της ισλαμικής ιεραρχίας,
συνιστά απαρέγκλιτη εφαρμογή των
κανόνων της πίστης και συνέχεια της
λειτουργικής της παράδοσης.
3.Η
ισλαμική θρησκεία κατόρθωσε να
διαφυλάξει την ιδιότυπη οργάνωση της
ακόμη και μετά την περιέλευση περιοχών
της οθωμανικής αυτοκρατορίας στην
ελληνική διοίκηση. Παράλληλα,
επωφελούμενη των προνομίων που της
παραχωρήθηκαν από τον έλληνα νομοθέτη,
υποκατέστησε ή «ιδιοποιήθηκε» τις
δικαιοδοσίες και άλλων μορφών
συσσωμάτωσης. Ενώ δηλαδή, οι
μουσουλμανικές συσσωματώσεις
εκδηλώνονταν αρχικά κατά τρόπο αυτόνομο,
βαθμιαία κατέληξαν σε κοινή συνεργασία,
που αναπτύχθηκε κάτω από ενιαία
διοίκηση. Έτσι, οι θρησκευτικές
συνενώσεις (κλήρος) συνάπτονταν προς τις
πολιτικές (κοινότητες) και εξασφάλιζαν
βάσει του κοινού σκοπού την παράλληλη
και αρμονική συλλειτουργία τους.
Ειδικότερα,
ο Μουφτής διατήρησε τις υπερέχουσες αρμοδιότητες του σε θέματα
ποιμαντικού και λατρευτικού χαρακτήρα, που βιώνονταν με την καθημερινή
ευχαριστήρια σύναξη και καθιστούσαν τον τοπικό πρωθιερέα αδιαμφισβήτητο
φορέα και εκφραστή της συγκεκριμένης οργανικής σχέσης. Πέρα όμως
από τη θρησκευτική και ηθική διαπαιδαγώγηση119
και την εποπτεία του γενικά για τη διοίκηση και διαχείριση των
βακουφιών, ο Μουφτής είχε ενεργό συμμετοχή και στην άσκηση δικαστικών
αρμοδιοτήτων, διεξοδική παράθεση των οποίων συναντάται στη Συνθήκη
των Αθηνών και στο συναφές Πρωτόκολλο αριθ. 3120.
Η δικαιοδοτική του αρμοδιότητα121
περιλάμβανε θέματα γάμων, διαζυγίων, διατροφών (νεφακά), επιτροπειών122,
κηδεμονιών, χειραφεσίας ανηλίκων, ισλαμικών διαθηκών και διαδοχής
σε θέματα διαχείρισης των βακουφικών περιουσιών (άρθρ. 11 παρ.
9). Ειδικά, ως προς τις κληρονομικές διαφορές οι ενδιαφερόμενοι
μπορούσαν να επιλέξουν μετά από σύμφωνη γνώμη τους και τη διαιτητική
διαδικασία, που υπάγονταν στην ευρύτερη δικαιοδοσία του Μουφτή.
Τα χοτζέτια123 ή οι αποφάσεις -των
Μουφτήδων ήταν εκτελεστές124 μόνο
μετά από σχετική θεώρηση και επικύρωση του Αρχιμουφτή125.
Η προσφυγή των διάδικων στο Σεϊχουλισλαμάτο126
της Κωνσταντινούπολης προβλεπόταν αποκλειστικά για τις δογματικής
φύσης θρησκευτικές υποθέσεις.
Το
άρθρ. 7 του Πρωτοκόλλου αριθ. 3 αναγνώριζε τη λειτουργική ανεξαρτησία
των Μουφτήδων127, που ειδικά κατά
την άσκηση των δικαστικών τους αρμοδιοτήτων, δεν υπάγονταν στις
υποδείξεις ή διαταγές των κρατικών οργάνων, εκτός από το νόμο
και τη συνείδηση τους128. Η δικαστική
ανεξαρτησία εξασφάλιζε την ουδετερότητα και αμεροληψία των Μουφτήδων,
που ήταν στοιχεία απαραίτητα για την άσκηση του λειτουργήματος
τους. Η προσωπική ανεξαρτησία τους, ως δικαστικών οργάνων, που
αναγνωριζόταν στο άρθρ. 9 του αριθ. 3 Πρωτοκόλλου, τους διασφάλιζε
περαιτέρω από οποιαδήποτε επήρεια των οργάνων της νομοθετικής
και της εκτελεστικής εξουσίας129.
4.Στη
διασφάλιση της ισλαμικής θρησκείας
απέβλεπε και η προστασία της
ιδιοκτησίας, που προορίσθηκε για την
επιτέλεση αγαθοεργών σκοπών.
Ειδικότερα,
κατά την οθωμανική νομοθεσία η διοίκηση των πολυσχιδών αφιερωμάτων
ευαγούς σκοπού ασκούνταν κατά το σύστημα της «αυτοδιοίκησης» από
τους εκάστοτε εφόρους των διαχειριστικών επιτροπών (μουτεβελήδες)
ή το αρμόδιο υπουργείο των βακουφιών και αποσκοπούσε στη διενέργεια
των πράξεων εκείνων, που ανάγονταν στη συντήρηση και βελτίωση
τους130.
Με
την κατάλυση της οθωμανικής κυριαρχίας στις περιοχές της Μακεδονίας
και της Κρήτης και την περιέλευσή τους στην ελληνική διοίκηση,
τις αρμοδιότητες του υπουργείου βακουφιών και των αντίστοιχων
διευθύνσεων του131 υποκατέστησε
η διαχειριστική επιτροπή ακίνητης περιουσίας της μουσουλμανικής
μειονότητας. Η εξουσία των εφόρων διοίκησης βακουφικών περιουσιών
παρέμεινε αναλλοίωτη132. Τις κενούμενες
θέσεις μουτεβελή αντικαθιστούσε προσωρινά συλλογικό όργανο, συγκροτούμενο
από μέλη της μουσουλμανικής κοινότητας. Η ανώτατη εξάλλου εποπτεία,
για την επωφελή διοίκηση των βακουφιών καθώς και η δυνατότητα
αντικατάστασης των εκάστοτε διαχειριστών τους, παρέμεινε στο Μουφτή.
Με
το άρθ. 12 του Ν. ΔΣΙΓ'133, η ελληνική
διοίκηση ανέλαβε την υποχρέωση, να σεβασθεί το υφιστάμενο βακουφικό
καθεστώς. Έκτοτε, τα βακουφικά ακίνητα των μουσουλμάνων απεκδύονταν
την αφιερωτήρια φύση τους κατά τις διατυπώσεις του άρθρ. 17 του
Συντάγματος του 1911134. Η απαλλοτρίωση
δηλαδή των βακουφιών, προβλεπόταν μόνο για λόγους «δημόσιας ωφέλειας»
και μετά προηγούμενη δίκαιη αποζημίωση, ανταποκρινόμενη πλήρως
στην πραγματική τους αξία135.
5.Στις
εργασίες της Συνθήκης των Αθηνών, η
θρησκευτική ελευθερία αντιμετωπίσθηκε
ως προέχον σημείο διαπραγματευτικής
αναφοράς. Και στο οριστικό κείμενο καθώς
και στο συνοδευτικό του Πρωτόκολλο αριθ.
3, εμφανίσθηκε ως αποκλειστικό σχεδόν
αντικείμενο επίκλησης και από τους δύο
αντισυμβαλλόμενους.
Η
ανθρωπιστική προσέγγιση της
μουσουλμανικής μειονότητας
ανταποκρινόταν πλήρως στις
δημοκρατικές αντιλήψεις του ελληνικού
λαού, που νομιμοποιούσε την ανάγκη της «μεταγραφής»
της στο χώρο του διεθνούς δικαίου, με τη
μορφή του συμβατικού κανόνα. Η
συγκεκριμένη εκτίμηση απέρρεε επίσης
και από το καθεστώς ισονομίας των
ελλήνων πολιτών, που κατοχύρωνε το
Σύνταγμα του 1911. Η εμμονή όμως στη
μοναδικότητα της εν λόγω αναφοράς
υπερακόντιζε τη σκοπιμότητα της· ιδίως,
όταν η έντεχνη επίκληση της επικροτούσε
κατά κύριο λόγο τις επιδιώξεις της
τουρκικής διπλωματίας.
Ειδικότερα,
η Συνθήκη των Αθηνών περιείχε διατάξεις, που αν και ικανοποιούσαν
το κοινό περί δικαίου συναίσθημα, ωστόσο δημιουργούσαν μια παραπειστική
αίσθηση σκοπιμότητας. Ενώ, δηλαδή η Ελλάδα ορμώμενη από φιλελεύθερο
πνεύμα ανταποκρινόταν απόλυτα στις παραπάνω νομικοπολιτικές της
δεσμεύσεις και αναγνώριζε την ανάγκη για αποκατάσταση της διαταραχθείσας
θρησκευτικής νομιμότητας, στην πράξη δημιουργούνταν εσφαλμένα
η αίσθηση, ότι ευθυνόταν για την καταβολή πολεμικών αποζημιώσεων
στους μουσουλμάνους136. Με την εν
λόγω εκτίμηση όμως αποδυναμώνονταν ευνόητα η σκοπιμότητα των προθέσεων
και των επιδιώξεων της ελληνικής κυβέρνησης και υποβιβάζονταν
η διεθνής διαπραγματευτική της θέση.
Οι
αρχές που συνέθεταν τη βασική τυπολογία
της Συνθήκης των Αθηνών αποτέλεσαν το
πρότυπο στις εξίσου επίμαχες για τη
μουσουλμανική μειονότητα της Ελλάδας
συνθήκες των Σεβρών και της Λωζάνης.
Δ.Η
Συνθήκη των Σεβρών
1.Στη
σειρά των διεθνών συμβάσεων και συνθηκών που κατοχύρωναν τα δικαιώματα
των μουσουλμανικών μειονοτήτων της Ελλάδας, εντάσσεται και η Συνθήκη
των Σεβρών/10.8.1920, που συνομολογήθηκε μεταξύ της Ελλάδας, της
Μεγάλης Βρετανίας και των συμμάχων αυτής χωρών Γαλλίας, Ιταλίας
και Ιαπωνίας137. Με την εν λόγω
διεθνή πράξη η Γαλλία και η Μεγάλη Βρετανία παραιτούνταν από τα
ειδικά δικαιώματα «επίβλεψης» και «ελέγχου», τα οποία τους παραχωρήθηκαν
με τις συνθήκες του Λονδίνου της 7ης Μαΐου 1832, της 14ης Νοεμβρίου
1863 και της 29ης Μαρτίου 1864138.
Έκτοτε, η Ελλάδα αναλάμβανε την υποχρέωση να διατηρήσει τις θρησκευτικές
ελευθερίες όλων των πολιτών της με την εγγύηση της Κοινωνίας των
Εθνών. Η εγγυητική αποστολή της Γαλλίας και της Μεγάλης Βρετανίας,
που τους αναγνωρίσθηκε κατά το αριθ. 3 Πρωτόκολλο της Συνδιάσκεψης
του Λονδίνου της 3ης Φεβρουαρίου 1830, έπαυσε επίσης να υφίσταται.
Ειδικότερα,
το ελληνικό κράτος αναγνώρισε την ισότητα «απέναντι του νόμου»
όλων των ελλήνων πολιτών ανεξαρτήτως γλωσσικού ιδιώματος ή θρησκείας
(άρθρ. 7 παρ. 1). Επίσης, την «ελεύθερη εκπλήρωση» τόσο δημόσια
όσο και «κατ' ιδίαν» των επιβαλλόμενων καθηκόντων της πίστης,
της θρησκείας ή των δοξασιών τους, εφόσον η άσκηση τους δεν ήταν
ασυμβίβαστη προς τη «δημόσια τάξη» και τα «χρηστά ήθη» (άρθρ.
2 παρ. 2)139. Ειδικές εξάλλου διατάξεις
προέβλεπαν τη λήψη μέτρων για το διακανονισμό των θεμάτων, που
ανάγονταν στο οικογενειακό δίκαιο των μουσουλμάνων καθώς και στην
προσωπική τους κατάσταση, σύμφωνα με τα έθιμα τους (άρθρ. 14 παρ.
1).
Στα
πλαίσια της θρησκευτικής ελευθερίας,
αναγνωριζόταν επίσης το δικαίωμα της
σύστασης εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, η
χρήση στη διδασκαλία της μητρικής τους
γλώσσας καθώς και η επιτέλεση των
θρησκευτικών τους καθηκόντων (άρθρ. 8).
Ταυτόχρονα, το ελληνικό δημόσιο
αναλάμβανε την υποχρέωση, να
εξασφαλίζει «δίκαιη συμμετοχή στην
απόλαυση και στη διάθεση χρηματικών
ποσών από τον κρατικό προϋπολογισμό»,
για τη σύσταση κοινωφελών (άρθρ. 8) και
φιλανθρωπικών ιδρυμάτων (άρθρ. 14 παρ. 2)
καθώς και για τη συντήρηση και την
προστασία γενικά των τεμενών,
νεκροταφείων και των λοιπών
μουσουλμανικών ιδρυμάτων (άρθρ. 14 παρ. 2).
2.Με
το Ν.Δ. εξάλλου της 25.8.1923 «Περί κυρώσεως της εν Λωζάννη συνομολογηθείσης
Συνθήκης περί Ειρήνης»140, αναγνωρίσθηκε «πλήρης
και νόμιμη ισχύς» στο Πρωτόκολλο το σχετικό «προς την εν Σέρβαις
συναφθείσαν Συνθήκην την 10 Αυγούστου 1920 μεταξύ των προεχουσών
Συμμάχων-Δυνάμεων και της Ελλάδος «περί προστασίας των εν Ελλάδι
μειονοτήτων» και προς την υπό την αυτήν ημερομηνίαν συναφθείσαν
Συνθήκην μεταξύ των αυτών δυνάμεων εν σχέσει προς την Θράκην»
(άρθρ. 1 παρ. 1).
Σχόλια
82.Για
το εννοιολογικό και κανονιστικό
περιεχόμενο των «εθνικών κτημάτων», βλ.
Γ. Νάκου, Αι «Μεγάλοι Δυνάμεις» και τα «εθνικά
κτήματα» της Ελλάδος (1821-1832), «Επιστ. Επετ.
της Σχολή ΝΟΕ του ΑΠΘ», τόμ. θ’ «Ακροθίνια
Π. Βάλληνδα», Θεσσαλονίκη 1970, σ. 470 κε.· Γ.
Νάκου, Η φορολογική νομοθεσία κατά την
Ελληνικήν Επανάστασιν (1821-1826), «Επιστ.
Επετ. της Σχολής ΝΟΕ του ΑΠΘ», τόμ. 1 «Εις
μνήμην Κ.Ν. Καραβά», Θεσσαλονίκη 1978, σ. 1153
κε.
83.Το
ευρύτερο νομοθετικό πλαίσιο των
γαιοκτητικών ρυθμίσεων της κατηγορίας
των τέως οθωμανικών γαιών, βλ. στην
εμπεριστατωμένη μελέτη του Γ. Νάκου, Το
νομικό καθεστώς των τέως δημοσίων
οθωμανικών γαιών 1821-1912, Θεσσαλονίκη 1984, σ.
89 κε.
84.Βλ.
Γ.Α. Ράλλη, Οι ελληνικοί Κώδικες, τόμ. Γ’,
Συνθήκαι, Πρωτόκολλα, Συμβάσεις και
άλλαι διπλωματικοί πράξεις μεταξύ
Ελλάδος και των άλλων Δυνάμεων, Αθήναι
1857, σ. 1 κε.
85.Για
την εν λόγω διαπίστωση, βλ. Γ. Νάκου, όπ.π.,
σημ. (83), σ. 502.
86.Γενικά
για το δαιδαλώδη και ιδιόρρυθμο θεσμό
των βακουφιών, βλ. 0. Κτένα, Αι αφιερώσεις
ή τα βακούφια κατά το Οθωμανικόν Δίκαιον,
Αθήναι 1983.
87.Για
την ιστορική αντιμετώπιση της
συγκεκριμένης διεθνούς πράξης, βλ. Γ.
Στρέιτ, Το Πρωτόκολλον της 3.2.1830 εν
Λονδίνω, «Πρακτ. της Ακαδ. Αθηνών», τόμ. 5
(1930), σ. 33 κε.· Δ. Πετρακάκου,
Κοινοβουλευτική Ιστορία της Ελλάδος,
τόμ. Α’, Αθήναι 1935, σ. 419 κε. Επίσης, βλ. ΑΠ
αριθ. 269/1898, θ Γ’ (1899), σ. 34.
88.Το
κείμενο του διεθνούς αυτού Πρωτοκόλλου,
βλ. Α. Σούτσοι», Συλλογή των εις το
εξωτερικόν δημόσιον δίκαιον της Ελλάδος
αναγομένων επισήμων εγγράφων, Αθήναι 1858,
σ. 158 κε.
89.Για
την εννοιολογική απόδοση των βακουφιών
της κατηγορίας «Άδη», βλ. Γ. Νάκου, όπ.π.,
σημ. (83), σ. 521: «....Τα βακούφια Άδη, δηλαδή
τα εκ συνήθειας τα οποία θέλουν ημπορεί
να πωληθώσι κατά τα αποδεικτικά έγγραφα
των ιδιωτών, οίτινες, είτε καθό
νεμόμενοι την επικαρπίαν, είτε καθό και
κατά κληρονομίαν διαχειριζόμενοι αυτά,
εκαρπούντο δικαιωματικόν εξ αυτών
συμφέρον...».
90.Ε.τ.Κ.
αριθ. 10/22.3.1838.
91.Ε.τ.Κ.
αριθ. 12/25.4.1844.
92.Η
σύμβαση της 18.2.1844 ρύθμιζε ειδικότερα
θέματα εξαγοράς των βακουφικών ακινήτων
της Εύβοιας. Ενδεικτικά, βλ. άρθρ. 1 παρ. 1:
«Δι’ όλα τα κατά την νήσον Εύβοιαν Εβλάι
Βακούφια εφ’ ων ετηρήθη κατά τα
πρωτόκολλα, το δικαίωμα της διαθέσεως
των οποίων είχον ωφέλειαν εις τους
επικαρπωτάς ή διαδοχικούς διαχειριστάς
αυτών, θέλει δοθή εκ μέρους της
Ελληνικής Κυβερνήσεως δια τα οφέλη
ταύτα άπαξ και δια παντός εις την
Οθωμανικήν Πόρταν προς αποζημίωσιν των
υπηκόων της ποσό-της γροσιών τουρκικών
εξακοσίων χιλιάδων...» και άρθρ. 8 παρ. 1: «Από
της παραλαβής των χρημάτων εκ μέρους της
Υψηλής Πόρτας. Αύτη και υπήκοοι της
απεκδύονται παν δικαίωμα εφ’ όλων των
βακουφιών των εν Ευβοία κειμένων καθώς
και πάσαν προς την Ελληνικήν Κυβέρνησιν
απαίτησιν ένεκα των κτημάτων τούτων».
93.Η
επέκταση των εδαφικών ορίων της Ελλάδας
αποφασίσθηκε στο Συνέδριο του Βερολίνου
(13 Ιουλίου 1878) με το ΙΓ’ Πρωτόκολλο της 5ης
Ιουλίου 1878, που καθόρισε την οριοθετική
γραμμή μεταξύ της Ελλάδας και της
οθωμανικής αυτοκρατορίας. Ο
διακανονισμός των περαιτέρω
λεπτομερειών αφέθηκε στις
διαπραγματεύσεις ανάμεσα στα
ενδιαφερόμενα κράτη. Οι επακόλουθες
όμως διασκέψεις για τη ρύθμιση των εν
λόγω θεμάτων δεν είχαν ουσιαστικό
αποτέλεσμα, με συνέπεια οι Μ. Δυνάμεις να
ασκήσουν εκ νέου μεσολαβητικό ρόλο.
Απόρροια αυτού ήταν η συνομολόγηση της
Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης 14 Μαίου
1881. Συναφής εξάλλου υπήρξε και η Σύμβαση
της 2 Ιουλίου 1881, που κυρώθηκε με το Ν. ΠΛΖ’
/11.3.1882 «Περί κυρώσεως της μεταξύ Ελλάδος
και Τουρκίας Συμβάσεως κ.λ.π.» (Ε.τ.Κ. αριθ.
14/13.3.1882).
Για
την ιστορική κάλυψη των γεγονότων της
εποχής, βλ. Σ. Λάσκαρη Διπλωματική
Ιστορία της Ελλάδος (1821-1914), Αθήναι 1947, σ.
172 κε.· Κ. Παπαρρηγόπουλου, Ιστορία του
Ελληνικού Έθνους, τόμ. έκτος, βιβλ.
δέκατο έβδομο, έκδ. έκτη, Αθήναι 1932, σ. 5· Κ.
Αιλιανού, Η Αυστρο-Ουγγαρία και η
προσάρτηση της Θεσσαλίας και της
Ηπείρου (1878-1881), Θεσσαλονίκη 1988.
94.Η
προσάρτηση μιας χώρας σε άλλη
επικράτεια δεν αποτελεί μεταβίβαση ή
κτήση πράγματος, που επιτελείται μεταξύ
προσώπων, αλλά συνιστά παραίτηση του
παραχωρούντος κράτους από την
κυριαρχική (πρωτογενή) εξουσία του στα
πρόσωπα που ζουν στην εκχωρούμενη
περιοχή. Ταυτόχρονα, εκφράζει την
κυριαρχική βούληση του προσαρτώντας
κράτους, να επεκτείνει τα όρια της
πολιτικής του εξουσίας, σε πλαίσια
ευρύτερα της συνήθους εδαφικής του
κυριαρχίας. Η πολιτειακή αυτή πράξη
σημαίνει διαδοχή κρατικής εξουσίας, που
πιστοποιεί την πολιτική βούληση της
προσαρτώσας πολιτείας, να δημιουργήσει
νέα έννομη τάξη ή να επεκτείνει την
υφιστάμενη προκειμένου να ρυθμίσει τις
έννομες σχέσεις των νέων πολιτών της,
πρβλ. Α. Μάνεση, όπ.π., σημ. (75), σ. 63.
95.Το
ελληνικό κείμενο της Σύμβασης του 1881, αναφερόμενο στους τουρκαλβανούς
της Ηπείρου και Θεσσαλίας, μεταχειρίζεται αδόκιμα τον όρο «Οθωμανοί»
(άρθρ. 8 παρ. 1). Οθωμανοί ή Οσμανίδες χαρακτηρίζονταν όλοι οι
υπήκοοι της ομώνυμης αυτοκρατορίας, από τον Τούρκο στρατηγό Οσμάν
(1295-1326), που μετά το θάνατο του σουλτάνου Μαχσούντ Β’ και
το διαμελισμό της αυτοκρατορίας των Σελτζουκιδών (1299) ανακήρυξε
ανεξάρτητο κράτος. Η οθωμανική όμως αυτοκρατορία με τις συνεχείς
καταλήψεις βυζαντινών επαρχιών δεν συγκροτούνταν πληθυσμιακά μόνον
από μουσουλμάνους στο θρήσκευμα αλλά και από χριστιανούς (Έλληνες,
Αρμένιους) καθώς και Εβραίους.
96.Η
αναγνώριση της νομικής ισοτιμίας του
ισλαμικού δικαίου προς την ισχύουσα
έννομη τάξη, δημιούργησε πλήθος
ερμηνευτικών προβλημάτων, που ανάγονταν
στη δυνατότητα της άμεσης εφαρμογής του
ή στην ανάγκη της υπαγωγής του στην
αποδεικτική διαδικασία, σύμφωνα με τους
κανόνες του Ιδιωτικού Διεθνούς Δικαίου.
Στην υιοθέτηση της αποδεικτικής
διαδικασίας συνηγορούσε κυρίως η
έλλειψη συστηματικής κωδικοποίησης των
ποικίλων ισλαμικών κανόνων. Πρβλ. Π.
Μενελάου, Οι ισχύσαντες εν ταις
προσαρτηθείσαις τη Ελλάδι θεσσαλικαίς
και Ηπειρωτικαίς χώραις τουρκικοί νόμοι
θεωρούνται ως νόμοι αλλοδαποί,
χρήζοντες αποδείξεως; «Νέοι Πανδέκται»,
τόμ. 10ος, Αθήναι 1906, σ. 48 κε.
Οι
έννομες ρυθμίσεις που δημιουργήθηκαν
στο διάστημα πριν από την προσάρτηση της
Ηπείρου και Θεσσαλίας, αναγνωρίσθηκαν
ως ισχύουσες και για τον μετά την
υπογραφή της σχετικής σύμβασης χρόνο.
Διαφορετική επιλογή θα επέφερε
σύγκρουση δικαιϊκών τάξεων, που θα
αίρονταν σε βάρος των αρχών της ισότητας
και της δικαιοσύνης. Πρβλ. Π. Πέταλα, Οι
ισχύσαντες εν ταις προσαρτηθείσαις τη
Ελλάδι θεσσαλικαίς και Ηπειρωτικαίς
χώραις τουρκικοί νόμοι θεωρούνται ως
νόμοι αλλοδαποί, χρήζοντες αποδείξεως; «Νέοι
Πανδέκται», τόμ. 10ος, Αθήναι 1906, σ. 52 κε.,
σημ. 1: «...Ο ‘Αρ. Πάγος δια των 181 (1890), 309
(1893) αποφαίνεται ότι από της
προσαρτήσεως η προ ταύτης ισχύουσα εν
Θεσσαλία νομοθεσία κατέστη ημεδαπή».
97.Πρβλ.
ΑΠ αριθ. 189/1893, ΕΕλΓαλΝ 13 (1893), σ. 646 κε.:θ Ε’
(1894), σ. 7Ο κε.: «...μόνα τα θρησκευτικά
δικαστήρια εις α κατά την μεταξύ Ελλάδος
και Τουρκίας από 20 Ιουλίου 1881 συνθήκην,
ην εκύρωσεν ο ΠΛΖ’ Νόμος 1882 εδόθη η
εξουσία του αποφαίνεσθαι περί παντός
σχέσιν έχοντος προς την θρησκείαν των
μωαμεθανών κατοίκων των προσαρτηθεισών
χωρών». Χαρακτηριστική εξάλλου είναι η
αγόρευση του Εισαγγελέα Δ.
Τζιβανόπουλου στην ανωτέρω υπόθεση, τα
κυριότερα παραθέματα της οποίας έχουν
ως εξής: «....η συνθήκη της 20 Ιουλίου 1881...
ορίζει απλώς ότι αϊ περί γάμου διαφοραί
αϊ εξαρτώμενοι εκ της θρησκείας και των
μυστηρίων αυτής, υπάγονται εις την
αρμοδιότητα των θρησκευτικών
δικαστηρίων, δεν καθιερώνει δε
ετεροδικίαν επί ποινικών αποφάσεων...
Κατ’ ουδεμίαν περίπτωσιν δύνανται να
εφαρμοσθώσιν υπό των Ελληνικών
Δικαστηρίων νόμοι αντιβαίνοντες εις
ημεδαπούς νόμους ή αφορώντες
θεσμοθεσίας μη αναγνωριζόμενος υπό των
ελληνικών δικαστηρίων. Όθεν όλως
αδιάφορον είναι τι διαγράφει το
Κοράνιον ως προς την μοιχείαν...», θ Ε’
(1894), σ. 7Ο κε.
98.Η
σύμπτωση βουλήσεων του Υπουργού
Εκκλησιαστικών και Δικαιοσύνης για το
διορισμό του Μουφτή (άρθρ. 2 παρ. 2 Ν. ΑΛΗ’),
διερμηνεύεται ως ανταποκρινόμενη στη
φύση της αναγνωριζόμενης σ’ αυτόν
δικαιοδοσίας. Και αν μεν θεωρηθεί η
συμμετοχή του Υπουργού Εκκλησιαστικών
ως ευνόητη, η παρεμβολή του Υπουργού
Δικαιοσύνης στη σχετική διαδικασία
υποδηλώνει την αναγνώριση
δικαιοδοτικής αρμοδιότητας στον
κατεξοχήν μουσουλμάνο ιερουργό.
99.Πρβλ.
Λ. Λουκάκου, Καθήκοντα Μουφτή προ της
συνθήκης, στο Λ. Λουκάκου, όπ.π., σημ. (64), σ.
83 κε.: «Λειτουργούντος ιερού δικαστηρίου
ο Μουφτής δεν δύναται βεβαίως ν’
αποφασίση περί του κληρονομικού
δικαιώματος ούτε να διάταξη την
παράδοσιν της κληρονομιάς, διότι κατά το
Ισλαμικόν Δίκαιον το έργον του Μουφτή
είναι εντελώς διάφορον... Αλλ’ εάν ο
Μουφτής στερείται της εξουσίας ν’
αποφασίση περί της κληρονομικής
ιδιότητος του αξιούντος εαυτόν
κληρονόμον... δύναται ο Γενικός
Διοικητής να περιάψη αυτώ την τοιαύτην
εξουσίαν, διορίζων αυτόν Καδήν. Το μέτρο
αυτό απελθόντος του πρώην Κάδη και μη
υπάρχοντος ετέρου προσώπου, έχοντος τα
κατά τον Οθωμανικόν νόμον προσόντα δια
το αξίωμα τούτο είναι αναγκαίον...» (Γνωμοδότηση
προς τον Γενικόν Διοικητήν Ηπείρου, αριθ.
12035).
100.Ε.τ.Κ.
αριθ. 59/29.8.1882.
101.Ε.τ.Κ.
αριθ. 88/29.8.1882.
102.Για
τον προσδιορισμό των βασικών
εννοιολογικών στοιχείων που ανάγονται
στους οθωμανικούς ιδιοκτησιακούς
τίτλους, βλ. Γ. Νάκου, όπ.π., σημ. (83), σ. 331.
103.Για
την αξιολόγηση του πλέγματος των
ιδιοκτησιακών νομικών σχέσεων που
προέκυψαν μετά τη σύμβαση του 1881, με βάση
την ένταξη της οθωμανικής γαιοκτητικής
νομοθεσίας στο ελληνικό δίκαιο, βλ. θ.
Αγγελόπουλου-Αβάνατου, Κ. Ρακτιβάν, Π.
Τσιταεκλή: «Ι. Εφ' όσον η κτήσις του
δικαιώματος φέρεται γενομένη προ της
προσαρτήσεως της Θεσσαλίας εις την
Ελλάδα, δύναται να ληφθεί υπ' όψει ο
Οθωμανικός Νόμος, ίνα κριθή αν κατά
τούτον επιτρέπεται η κτήσις τοιούτου
δικαιώματος κ.λ.π.» (Γνωμοδότηση), θ Ιθ'
(1908), σ. 544.
104.Ε.τ.Κ.
αριθ. 163/30.4.1884.
105.Για
το όλο ζήτημα, πρβλ. ΑΠ αριθ. 140/1887,
ΕΕλΓαλΝ 7 (1887), σ. 15 κε.:
«.. .ως
προς την διαχείρισιν και διοίκησιν των
βακουφικών της Θεσσαλίας κτημάτων...
μετά την δημοσίευσιν του νεωτέρου ΑΡΠΓ'
νόμου, ως νόμιμος αντιπρόσωπος δεν
ηδύνατο να παρασταθή ο Μουφτής Λαρίσης,
αλλ' η υπό του νόμου τούτου οριζόμενη, ως
διοικούσα και διαχειριζόμενη τα
βακουφικά κτήματα επιτροπή...»· ΑΠ αριθ.
296/1887, ΕΕλΓαλΝ 7 (1887), σ. 407 κε.: «...ο νόμος
ΑΡΠΓ' του 1884... ανέθηκεν εις ειδικήν
επιτροπήν την διοίκησιν των εν Θεσσαλία
βακουφικών κτημάτων...».
106.Ε.τ.Κ.
αριθ. 88/29.8.1882.
107.Ε.τ.Κ.
αριθ. 44/17.2.1889.
108.Βλ.
ΑΠ αριθ. 286/1903, θ ΙΕ' (1904), σ. 52 κε.: «...κατά
την ανεξέλεγκτον του εφετείου κρίσιν
ώρισαν διαχειριστήν αι διέπουσαι την
διοίκησιν των εν λόγω βακουφιών
διαθήκαι, συμφώνως τη διατάξει του
άρθρου 1 του Νόμου ΑΨΣΤ' του 1889, καθ' όν ως
προς τον τρόπο της διαχειρίσεως ισχύει
πρωτίστως η θέλησις των αφιερωτών.. .»·
ΑΠ αριθ. 133/1915, θ ΚΣΤ' (1915), σ. 589 κε.: «...Η
διοίκησις και διαχείρισις των εν
Θεσσαλία και Ηπείρω... βακουφιών... αν μη
ερρυθμίσθησαν άλλως δια της θελήσεως
του κληροδότου ή του δωρητού...
ανατίθεται εις ειδικήν επιτροπήν,
αποτελουμένην εκ του Μουφτή και εξ
τακτικών μελών...», βλ. και αγόρευση του
εισαγγελέα Μ. Χατζάκου στην ανωτέρω
υπόθεση, θ ΚΣΤ' (1915), σ. 589 κε.
109.Ε.τ.Κ.
αριθ. 93/2.4.1891.
110.Βλ.
θ. Φλογαΐτη, Λεξικόν νομικής, τόμ. Α',
Αθήναι 1899, σ. 291 κε.: «...όθεν δι' αμοιβαίας
μετά των προκρίτων εν Θεσσαλία Οθωμανών
και της Κυβερνήσεως συννενοήσεις,
προετάθη και εψηφίσθη ο από 5
Φεβρουαρίου 1899 ΑΨΣΤ' νόμος, όστις
καταργήσας τον προηγούμενον, εκανόνισεν
τα της διοικήσεως και διαχειρίσεως των
βακουφιών κατά τρόπον ευδόκιμον...». Στη
Σύμβαση του 1881 τέθηκαν οι βάσεις για τη
διαμόρφωση του ιδιοκτησιακού
καθεστώτος των τέως οθωμανικών γαιών,
που ανέκτησαν ουσιαστικό περιεχόμενο
ιδιαίτερα με τις συνθήκες, που
υπογράφηκαν μετά τους βαλκανικούς
πολέμους του 1912-1913, πρβλ. Κ.
Strupp, Dieο
Beziehungen zwischen Griechenland und der Turkei von 1820-1830, ανάτ.
από το
«Zeitschrift fur Volkerrecht» XVI (1932), σ.
68 κε.
111.Για
την εννοιολογική πληρότητα της «μόρτης»
στο πλαίσιο του οθωμανικού γαιοκτητικού
συστήματος καθώς και για την αξιολόγηση
των νομικών και οικονομικών επιπτώσεων
της στην ελληνική κοινωνία, πρβλ. Σ.
Τριανταφυλλίδη, Οι κολλήγοι. Μελέτη περί
μόρτης, Βόλος 1906, σ. 32 κε.· Κ. Βεργόπουλου,
Το αγροτικό ζήτημα στην Ελλάδα. Το
πρόβλημα της κοινωνικής ενσωμάτωσης της
γεωργίας, Αθήνα 1975, σ. 65· θ. Σταυρόπουλου,
Ιστορική ανάλυση του αγροτικού
ζητήματος στην Ελλάδα, τόμ. Β' (1827-1909),
Αθήνα 1979, σ. 210 κε.· Γ. Νάκου, όπ.π., σημ. (83),
σ. 372 κε.
112.Για
τα γαιοκτητικά προβλήματα που
δημιουργήθηκαν μετά την προσάρτηση της
Άρτας στην Ελλάδα, την προσπάθεια των
γαιοκτημόνων να αποκτήσουν πλήρες
δικαίωμα κυριότητας στις τέως
οθωμανικές γαίες καθώς και τις
αντιδράσεις των καλλιεργητών στη
συγκεκριμένη απόπειρα. Πρβλ. Κ. Πατσαλιά-Λ.
Τερζοπούλου, Νομολογία του Πρωτοδικείου
'Αρτης επί του αγροτικού ζητήματος ετών
1882-1884, Άρτα Ιούνιος 1981. Για την
αναγνώριση της πλασματικής «ιδιοκτησίας»
στις τέως οθωμανικές γαίες, με σκοπό την
επίτευξη του νομικού «μεταβολισμού» της
σε ουσιαστική κυριότητα, βλ. Γ. Νάκου,
Εξελικτικές διακυμάνσεις του
οθωμανικού γαιοκτητικού συστήματος,
Θεσσαλονίκη 1986, σ. 75 κε.
113.Η
Συνθήκη των Αθηνών αποτελεί συνέχεια
της Συνθήκης του Λονδίνου, που
συνομολογήθηκε μεταξύ των εμπόλεμων
βαλκανικών κρατών (Ελλάδας, Βουλγαρίας,
Μαυροβουνίου και Σερβίας) και της
Τουρκίας. Η Συνθήκη του Λονδίνου
δημοσιεύθηκε στην Ε.τ.Κ., χωρίς να
κυρωθεί, γιατί λόγω των συνεχιζόμενων
εχθροπραξιών ήταν αδύνατη η ανταλλαγή
των κυρωτικών εγγράφων. Από νομική άποψη
είναι απόλυτα ισχυρή, γιατί
μνημονεύεται στην επακόλουθη Συνθήκη
των Αθηνών (Άρθρ. 16: «Τα δύο συμβαλλόμενα
Μέρη υποχρεούνται να τηρήσωσι τας
αφορώσας εις αυτά διατάξεις της εν
Λονδίνο Συνθήκης της 30 Μαΐου 1913...), βλ. Β.
Αντωνιάδη, Συμπλήρωμα Διπλωματικού και
Προξενικού Οδηγού (1912-1919), τόμ. πρώτος,
Αθήναι 1919, σ. 170 κε. και 25 κε. (Ανακοινώσεις
σχετικοί προς την εφαρμογήν των άρθρων 3
και 5 της Συνθήκης του Λονδίνου και του
άρθρ. 15 της Συνθήκης των Αθηνών).
114.Με
το άρθρ. 2 παρ. 1 της Συνθήκης των Αθηνών
επανήλθε το προϊσχύσαν συμβατικό
καθεστώς, που ατόνησε λόγω των
βαλκανικών πολέμων: Ειδικότερα: α) Η παρ.
4 του από 3 Φεβρουαρίου 1830 Πρωτοκόλλου
του Λονδίνου, β) Η παρ. 8 της από 9 Ιουνίου
1832 Συνθήκης της Κωνσταντινούπολης, γ) Η
συνθήκη εμπορίου και ναυτιλίας του
Κάνζιτζα της 27 Μαΐου 1855 και οι
τροποποιητικές της συνθήκης πράξεις,
δηλαδή το Πρωτόκολλο της 12 Φεβρουαρίου
1873 και η Διαιτητική Απόφαση των
πρεσβειών των μεγάλων δυνάμεων της 30
Μαρτίου 1905, Πρβλ. Η. Κυριακόπουλου, Η
Συνθήκη των Αθηνών, «Μεγάλη Ελληνική
Εγκυκλοπαίδεια», τόμ. δεύτερος, Αθήναι
1927, σ. 297 κε.
115.Πρβλ.
Σ. Λάσκαρι, Διπλωματική Ιστορία της
Ευρώπης 1814-1914, Αθήναι 1936, σ. 338 κε.· Γ.
Βουρνά, Ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας,
Αθήνα 1977, σ. 137 κε.- Π. Πετρίδη, Ξενική
εξάρτηση και εθνική πολιτική 1910-1918,
Θεσσαλονίκη 1981, σ. 140 κε.
116.Πρβλ.
Σ. Αντωνόπουλου, Αι Συνθήκαι Λονδίνου,
Βουκουρεστίου και Αθηνών, Αθήναι 1917, σ. 160
κε.
117.Άρθρ.
11 παρ. 3: «Η ζωή, η περιουσία, η τιμή, η
θρησκεία και τα έθιμα των κατοίκων των
εκχωρουμένων τη Ελλάδι χωρών, οίτινες
ήθελαν μείνει υπό την ελληνικήν
διοίκησιν, έσονται επακριβώς σεβαστά».
118.Άρθρ.
11 παρ. 8: «Η Ελληνική Κυβέρνησις θέλει
ανακοινοί την εκλογήν του Αρχιμουφτή
δια της εν Κωνσταντινουπόλει Β.
Πρεσβείας της Ελλάδος εις το Σεϊχούλ-Ισλαμάτο,
όπερ θέλει αποστέλλει αυτώ «Μανσούριον»
και «Μουρασελέν» επιτρέποντα αυτώ να
ασκή τα καθήκοντα αυτού και να χορηγή
προς τους άλλους εν Ελλάδι Μουφτήδες το
δικαίωμα της δικαιοδοσίας και της
εκδόσεως φετβάδων», βλ. Σ. Αντωνόπουλου,
όπ.π., σημ. (116), σ. 176 κε.: (Ερμηνευτική
εγκύκλιος του Υπουργείου των Εξωτερικών
προς τα επί της Δικαιοσύνης, Εσωτερικών,
Οικονομικών και Εθνικής Οικονομίας Β.
Υπουργεία): «...Το Σεϊχουλισλαμάτον θέλει
αποστέλλει τω Αρχιμουφτή τα προς
εξάσκησιν των καθηκόντων του
απαιτούμενα ιερονομικά έγγραφα, ήτοι
Μανσούριον (Διάταγμα απορρέον παρά του
Σουλτάνου ως Χαλίφου (ανωτάτου
θρησκευτικού των μουσουλμάνων αρχηγού)
και του Μουρασελέν (ήτοι το εκ του
Σειχουλισλαμάτου απ' ευθείας, ως καθαρώς
θρησκευτικής αρχής εκδιδόμενο σχετικόν
έγγραφον».
119.Οι
θρησκευτικοί ιερουργοί του ισλάμ πλην
των λατρευτικών και δικαιοδοτικών τους
καθηκόντων είχαν και το δικαίωμα
επιθεώρησης των μουσουλμανικών
σχολειών (άρθρ. 16 παρ. 2, Πρωτ. αριθ. 3).
120.Πρβλ.
Σ. Αντωνόπουλου, όπ.π., σημ. (116), σ. 173.
121.Βλ.
Η. Κυριακόπουλου, όπ.π., σημ. (114), σ. 299: «Το
γεγονός ότι δια της Συνθήκης των Αθηνών
επέτυχεν η Τουρκία να εγκαταστήση εν
Ελλάδι Μουφτήδες με δικαστική
δικαιοδοσίαν αποτελεί συνέχειαν των εν
Λονδίνω... προσπαθειών, όπως εγκαταστήση
εις όλα τα συμμαχικά κράτη Μουφτήδες με
δικαστικήν αρμοδιότητα. Τότε όμως, ο
κατά την συνεδρίαν της 25 Μαΐου Πρόεδρος
της Συνδιασκέψεως Σκουλούδης αντέταξεν
ότι η καθιέρωσις τοιαύτης αρχής «θίγει
τα της κυριαρχίας δικαιώματα των
Συμμάχων Κρατών... Ό,τι όμως δεν επέτυχεν
εκεί... κατόρθωσαν να επιτύχουν εις βάρος
της Ελλάδος, αν και αϊ σχετικοί
διατάξεις... είναι νομικώς ανίσχυροι ως
αντικείμενοι εις τα άρθρα 87, 88 και 91 του
Ελληνικού Συντάγματος του 1911, διότι το
Σύνταγμα ως θεμελιώδης νόμος... δεν
δύναται να τροποποιηθή δια μιας
συνθήκης, ήτις είναι απλώς ουσιαστικός
νόμος».
122.Πρβλ.
ΕφΘεσ αριθ. 56/1923, θ ΛΕ' (1924), σ. 251: «...οι
μουφτήδες ασκούσι δικαιοδοσίαν...
επιτροπειών κ.λ.π. υπό την έννοιαν δε της
επιτροπείας, ήτις κυρίως εστίν
επιμέλεια προς προστασίαν του ανηλίκου
δια την ηθικήν διάπλασιν και συντήρησιν
της περιουσίας του, συμπεριλαμβάνεται
και η περί την ανατροφήν αυτού εν γένει
επιμέλεια, δι' ην αμφότεροι οι γονείς
είναι εκ του νόμου υπόχρεοι, ως εκ του
ηθικού μεταξύ αυτών και των τέκνων
δεσμού...».
123.Χοτζέτι
ονομαζόταν η απόφαση του ιεροδίκη, ο
τίτλος κυριότητας ακινήτων και γενικά
το δικαστικό έγγραφο.
124.Πρβλ.
Ν. Ελευθεριάδη, Νεώτερος οργανισμός των
Ιεροδικείων (Γνωμοδότηση αριθ. 119/25.12.1916),
στο Ν. Ελευθεριάδη, Γνωμοδοτήσεις περί
κτηματικών ζητημάτων και διαφορών εν
ταις Νέαις Χώραις, τεύχ. δεύτερον, Αθήναι
1917, σ. 185·: «Το εν Κωνσταντινουπόλει
Σειχουλισλαμάτον... οσάκις προς τυπικήν
επικύρωσιν προσάγεται απόφασίς τις
Ιεροδικείου, εκδιδομένη προ του
αραβικού έτους 1296 αρνείται να επικύρωση
την γνησιότητα και το περιεχόμενον
αυτής... Ως προς τον τρόπον, δι' ου δύναται
να αποδειχθή νομίμως γνησιότης των προ
του 1296 εγγράφων και αποφάσεων
Ιεροδικείου... επιτυγχάνεται όταν
ευυπόληπτοι μάρτυρες καταθέσωσιν
ενόρκως ότι ούτοι είχον παραστή κατά την
σύνταξιν του εγγράφου...».
125.Πρβλ.
ΑΠ αριθ. 6/1918, θ Κθ' (1918), σ. 146 κε.: «...κατά το
άρθρον, 14 του υπ' αριθ. 2 συνημμένου τη
Συνθήκη ταύτη πρωτοκόλλου, όπερ
εφαρμόζεται εις απάσας τας χώρας της
Ελλάδος (άρθρ. 2 παρ. 6 της Συνθήκης), αϊ
υπό των Μουφτήδων εκδιδόμενοι αποφάσεις
θέλουν εξετάζεσθαι υπό του αρχιμουφτή
όστις θέλει τας επικυροί αν ευρίσκη
αυτός σύμφωνους προς τας διατάξεις του
Ιερού Νόμου»· Ν. Ελευθεριάδη, Μουφτεία.
Δικαιοδοσία επί επιτροπείας (Γνωμοδότηση
αριθ. 98726/29.12.1921), θ ΛΓ' (1922), σ. 31: «... επειδή
μέχρι την σήμερον δεν έχει διορισθή
Αρχιμουφτής όστις συμφώνως με την
παράγραφον 14 του επισυνημμένου τη
συνθήκη Αθηνών υπ' αριθ. 3 Πρωτοκόλλου...
αναθεωρών τας αποφάσεις των Μουφτήδων
να επικυροί ή ακυροί αυτός, άρα εν τω
μεταξύ αϊ αποφάσεις των Μουφτήδων δέον
να μείνωσιν ανεκτέλεστοι και να μην
αναγνωρίζονται υπό των άλλων Αρχών, δεν
αποτελεί νόμιμον και βάσιμον
δικαιολογίαν. Εάν συνέβαινεν το
εναντίον, θα έδει όλα τα μεταξύ
μουσουλμάνων από της προσαρτήσεως των
νέων χωρών και εντεύθεν μέχρι της
σήμερον αναφυέντα και διευθετηθέντα
ζητήματα γάμων, διατροφής... να
θεωρηθώσιν ως μη δήθεν γενόμενα και εξ
υπαρχής άκυρα, ενώ τουναντίον... τα δια
των Μουφτήδων μέχρι τούδε τελεσθέν-τα...
υποχρεούμεθα να θεωρήσωμεν ως νομίμως
και εγκύρως γενόμενα...».
126.Ανώτατη
διοικητική αρχή υποκείμενη μόνο στον
πρωθυπουργό. Ο εκάστοτε φορέας της εκτός
από την ιδιότητα του υπουργού
θρησκευμάτων ασκούσε και καθήκοντα
υπουργού δικαιοσύνης και παιδείας.
127.Πρωτ.
αριθ. 3 άρθρ. 7: «...Οι Μουφτήδες...
κέκτηνται τα αυτά δικαιώματα και τας
αυτάς υποχρεώσεις, οίας και οι λοιποί
έλληνες δημόσιοι λειτουργοί».
128.Για
τη λειτουργική ανεξαρτησία των
μουφτήδων, βλ. όπ. παρ., μέρ. τρίτο, κεφ. Γ',
παρ. 2, εδ. Γβ.
129.Πρωτ.
αριθ. 3 άρθρ. 9: «Οι Μουφτήδες δεν δύνανται
να παυθώσιν ειμή σύμφωνος προς τας
διατάξεις του 88ου άρθρου του
Συντάγματος του Ελληνικού Βασιλείου».
Σύνταγμα 1911, άρθρ. 88: «...οι ισοβιότητος ή
μονιμότητας απολαύοντες δικαστικοί
υπάλληλοι δεν δύνανται να παυθώσιν άνευ
δικαστικής αποφάσεως είτε κατ"
ακολουθίαν ποινικής καταδίκης είτε
ένεκα πειθαρχικών παραπτωμάτων ή νόσου
ή ανεπαρκείας βεβαιουμένων καθ' ον
τρόπον νόμος ορίζει, τηρουμένων των
διατάξεων των άρθρων 92 και 93».
130.Πρβλ.
Ν. Ελευθεριάδη, Βακούφια-διακρίσεις-διαχείρισις
(Γνωμοδότηση), θ ΛΒ' (1921), σ. 112: «...προκειμένου
περί βακουφιών μουλχακά κακώς
καταληφθέντων υπό του Δημοσίου, ταύτα
δέον να αποδίδωνται απ' ευθείας εις τους
ιδίους τους μουτεβελήδες και ουχί τας
μουσουλμανικός κοινότητας, ο τοιούτος
δε κανών δέον έτι αυστηρότερον να
τηρήται προκειμένου ιδία επί των
μουστεσνά (εξαιρετικών), εφ' ων ακόμη
γεννάται και ιδιαίτερον ζήτημα, εάν
δηλαδή αι μουσουλμανικοί κοινότητες
δύνανται ή μη να ενασκήσωσι και αυτό το
δικαίωμα του ελέγχου και εποπτείας επί
της διαχειρίσεως των μουτεβελήδων, αφού
τοιούτο δικαίωμα δεν ανήκε πρότερον ουδ'
αυτό το Υπουργείον των βακουφιών».
131.Πρβλ.
Ν. Ελευθεριάδη, Η εν Μυτιλήνη Διεύθυνσις
του Εφκαφίου δεν είναι αρχή, νομίμως
υφισταμένη την σήμερον ουδέ δικαιούται
να εκδίδη αύτη πιστοποιητικά οιαδήποτε
ή να φυλάττη βιβλία επίσημα της
Τουρκικής Διοικήσεως (Γνωμοδότηση αριθ.
82/22.1.1914), στο Ν. Ελευθεριάδη,
Γνωμοδοτήσεις, όπ.π., σημ. (124), σ. 32· Ν.
Ελευθεριάδη, Βακούφια-Μουφτής,
Μουσουλμανικοί Κοινότητες (Γνωμοδότηση
αριθ. 10503/28.11.1921), θ ΛΒ' (1921), σ. 655 κε.
132.Πρβλ.
ΠρωτΚαβ αριθ. 96/1914, θ ΚΕ' (1914), σ. 365 κε.: «...η
επιφύλαξις περί διατηρήσεως των
δικαιωμάτων των Μουτεβελίδων ενέχει την
έννοιαν ότι παραφυλάσσονται ακέραια τα
δικαιώματα των εφόρων καθώς ταύτα
ενησκούντο υπ' αυτών επί του οθωμανικού
καθεστώτος, τουτέστι παραμένει εν ισχύι
η διαχείρισις των ειδικών Μουτεβελίδων
των προερχομένων παρά του αφιερωτού η
οποία παρά του Μουφτή συνεπεία της
παρεχομένης εις αυτούς δικαιοδοσίας
περί εποπτείας των βακουφιών αφαιρείται
μόνον εν περιπτώσει ανικανότητας ή
καταχρήσεως κατά την εκτέλεσιν των
καθηκόντων αυτών περιερχομένη εν τη
περιπτώσει ταύτη εις τας κοινότητας».
133.Ν.
ΔΣΙΓ', άρθρ. 12 παρ. 1: «Τα εν ταις
εκχωρουμέναις χώραις Βακούφια Ιζαρεϊ-Βαχιδδέ,
Ιδζαρετεϊν, Μουκατά, καν τε ώσι Μαζπουτά,
Μουλχακά ή Μουστεσνά, έσονται σεβαστά,
οία διετέλουν κατά την στρατιωτικήν
κατάληψιν των οθωμανικών νόμων».
134.Σύνταγμα
1911, άρθρ. 17: «Ουδείς στερήται της
ιδιοκτησίας αυτού, ειμή μόνον δια
δημοσίαν ωφέλειαν προσηκόντως
αποδεδειγμένην, ότε και όπως ο νόμος
διατάσσει, πάντοτε δε προηγουμένης
αποζημιώσεως».
135.Ο Ν. 147/1914
περιέλαβε στο άρθρ. 2 παρ. 3 συναφείς
ρυθμίσεις για την προστασία των
βακουφικών ακινήτων: «Εν ταις χώραις
ταις διατελούσαις υπό την άμεσον
κυριαρχίαν του Οθωμανικού Κράτους
εισάγεται εν γένει η ελληνική αστική
νομοθεσία. Διατηρούνται όμως εν ισχύι αϊ
περί γαιών διατάξεις, αϊ ρυθμίζουσαι τα
επ' αυτών ιδιωτικής φύσεως δικαιώματα,
των περί τούτων δικαιοπραξιών
συντελουμένων εφεξής κατά τους
ελληνικούς νόμους». Με τον όρο «αϊ περί
γαιών διατάξεις», ο νομοθέτης
αναγνώρισε σαφώς τον μέχρι τότε
ισχύοντα οθωμανικό νόμο στις περιοχές
Μακεδονίας και Ηπείρου, τον ονομαζόμενο
«Κανουναμέ Εραζή», Πρβλ. Μ. Καρατζίδη,
Ερμηνεία του περί γαιών νόμου εν Τουρκία,
Αθήναι 1914, σ. 18 κε.· Ν. Ελευθεριάδη, Τα
μετά την Συνθήκη των Αθηνών. Περί των εν
νέαις χώραις εγκαταλελειμένων κτημάτων,
Αθήναι 1915, σ. 6 κε.
136.Πρωτ.
αριθ. 3 άρθρ. 4: «Η Ελληνική Κυβέρνησις
θέλει οικοδομήσει ιδίοις δαπάναις.
Τέμενος εν τη πρωτευούση και τέσσερα
άλλα τεμένη εις πτωχά χωρία, όπου ύπαρξη
αισθητή η προς τούτο ανάγκη». Πρβλ. Σ.
Αντωνόπουλου, Αι Συνθήκαι Αθηνών και
Βουκουρεστίου, Αθήναι 1914, σ. 21 κε.: «Τα εν
Αθήναις ως και αλλαχού του κράτους
ανεγερθησόμενα τζαμιά: Κατά την
αντίληψιν της Ελληνικής διπλωματίας: «Είναι
μέτρον απλούστατον, το οποίον δεν ήτο
ανάγκη να γίνει καν η ειρήνη, δια να
πραγματοποιηθή». Βεβαίως είμεθα και
πρέπει να είμεθα ανεξίθρησκοι... Το
εξευτελιστικόν όμως του πράγματος
έγκειται εις τούτο, ότι επιβάλλεται εις
την Ελλάδα η ανέγερσις των τζαμιών δια
Συνθήκης και δη δι' εξόδων αυτής...
φοβούμεθα... ότι επιβληθέντα ημίν, ως
επεβλήθησαν, θα φαίνωνται εις τα όμματα
του κοινού ως τρόπαια της οθωμανικής
διπλωματικής νίκης». Βλ. επίσης, Αι
αγορεύσεις του Ελληνικού Κοινοβουλίου
1909-1956, περ. Β', τόμ. Γ', Αθήναι 1957, σ. 22: (Συνεδρίασις
9ης Νοεμβρίου 1913: «Δ. Καλλέργης... δεν
πρόκειται αν θ' ανεγείρει τζαμίον η
Κυβέρνησις αλλά πρόκειται περί της
υποχρεώσεως την οποίαν ανελάβομεν δια
την ανέγερσιν τζαμιού δια της συνθήκης
της ειρήνης... Ε. Βενιζέλος. Κατά το 1890
εψηφίσθη νόμος τη εισηγήσει του
μακαρίτου Τρικούπη δια του οποίου
εχορηγήθη εις το τουρκικόν κράτος
οικόπεδον εν Πειραιεί δια ν' ανεγερθή
τζαμίον και νεκροταφείον. Νομίζω ότι
έχει υποχρέωσιν το κράτος να σεβασθή
τούτο»).
137.Η
Συνθήκη των Σεβρών κυρώθηκε με το Ν.Δ.
της 29.9.1923 «Περί κυρώσεως της εν Σέρβαις
υπογραφείσης Συνθήκης περί προστασίας
των εν Ελλάδι μειονοτήτων» (Ε.τ.Κ. αριθ.
311/30.10.1923).
138.Οι
διατάξεις της Συνθήκης των Σεβρών
αναγνώρισαν την εθνική απελευθέρωση και
την πολιτική χειραγώγηση των αλύτρωτων
λαών της εγγύς Ανατολής. Το αδύνατο όμως
σημείο τους εντοπιζόταν στην ανεπαρκή
στάθμιση των παραγόντων, που
επενεργούσαν ανασταλτικά στην
υλοποίηση τους, βλ. W. Mille, Α history of the greek
people (1821-1921), 1922, σ. 160· Ιστορία του
Ελληνικού Έθνους, Νεώτερος Ελληνισμός
1913-1941, τόμ. ΙΕ', σ. 133· Κ. Σβολόπουλου,
Διπλωματική Ιστορία της Ελλάδος, τόμ. 11
(1900-1941), Θεσσαλονίκη 1980, σ. 137 ΚΕ.·
Ελευθερίου Βενιζέλου, Τα κείμενα, (επιμ.
Σ. Στεφάνου), τόμ. Β', Αθήναι 1981, σ. 753 κε.
139.Βλ.
Σ. Σεφεριάδη, Μαθήματα Διεθνούς Δημοσίου
Δικαίου, τόμ. Α', Αθήναι 1925, σ. 103 και 193.
140.Ε.τ.Κ.
αριθ. 25.8.1923.
|
|