|
ΜΕΡΟΣ
ΔΕΥΤΕΡΟ
Η
θρησκευτική ελευθερία των
μουσουλμανικών μειονοτήτων στην Ελλάδα,
από τη διεθνή αναγνώριση της ως
ανεξάρτητου κράτους μέχρι τη Συνθήκη
της Λωζάνης
2.Συνταγματικές
ρυθμίσεις
1.Στην
πρώτη απόπειρα διατύπωσης νεοελληνικού Συντάγματος — στο Σχεδίασμα
του Ρήγα — η θρησκευτική ελευθερία προβάλλεται ως μέσο συγκερασμού
των ποικίλων εθνοτήτων για την απόσειση της τουρκικής κυριαρχίας.
Ειδικότερα, στο προοίμιο της «Διακήρυξης για τα δικαιώματα του
ανθρώπου», αναφέρονται μεταξύ άλλων και τα εξής: «Ο λαός απόγονος
των Ελλήνων... και όλοι όσοι στενάζουν την δυσφορωτάτην τυραννίαν
του Οθωμανικού βδελυρωτάτου δεσποτισμού (επειδή όλοι πλάσματα
του θεού είναι)... απεφάσισεν... να εγείρη τα ιερά και άμωμα δίκαια...».
Η συγκεκριμένη διάταξη δε συνιστά μόνο μια αξία καθολικής αναγνώρισης
αλλά και ένα κοινωνικό θεσμό, που αντλεί το κύρος του από την
ιδιότητα του ως καθοριστικού στοιχείου, για τη συγκρότηση μιας
συνταγματικής τάξης με φιλελεύθερες βάσεις. Στο κεφάλαιο «Τάξις
και τρόποι πως να επακολουθώνται παρά των πολιτών περί της Δημοκρατίας»,
επισημαίνονται τα εξής χαρακτηριστικά σημεία: Άρθρ. 1: «Η Ελληνική
Δημοκρατία είναι μία, με όλον οπού συμπεριλαμβάνει εις τους κόλπους
της διάφορα γένη και θρησκείας· δεν θεωρεί τας λατρείας με εχθρικόν
μάτι...». Άρθρ. 2: «Ο ελληνικός λαός, τουτέστιν, ο εις τούτο βασίλειον
κατοίκων, χωρίς εξαίρεσιν θρησκείας και διαλέκτου, Έλληνες, Αλβανοί,
Βλάχοι, Αρμένιδες, Τούρκοι και άλλο είδος γενεάς». Άρθρ. 122:
«Η νομοθετική διοίκησις βέβαιοι εις όλους τους Έλληνας, Τούρκους,
Αρμένιδες την ισοτιμίαν, την ελευθερίαν, την σιγουρότητα, την
εξουσίαν των υποστατικών εκάστου, τα δημόσια χρέη όπου ήθελε γενούν
δια την ελευθερίαν όλων των θρησκειών...». Οι παραπάνω διατάξεις
αποτελούν μια ιστορική σύνθεση, μια αυθυπόσταση θεσμική ενότητα
για την ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης65
καθώς και την παραδοσιακή αρχή της θρησκευτικής ισότητας»66.
Παράλληλα, εκφράζει τη βούληση του συντακτικού νομοθέτη, να καταστήσει
τον αλλόθρησκο εξουσιαστή του δικαιϊκό ισότιμο προς τον ελληνικό
λαό, στα πλαίσια της μελλοντικής πολιτειακής του οργάνωσης. Κείμενο
μεγαλόπνοο το Σύνταγμα του Ρήγα δεν ίσχυσε ποτέ, αλλά άσκησε επίδραση
στους ιδεολογικούς προσανατολισμούς του αγωνιζόμενου ελληνικού
λαού και ιδιαίτερα στα δημοκρατικά συντάγματα της επαναστατικής
περιόδου.
2.Η
αρχή της θρησκευτικής ελευθερίας αναγνωρίζεται και στα τοπικά
Συντάγματα της προεπαναστατικής περιόδου καθώς και στα μετέπειτα
του απελευθερωτικού αγώνα. Ειδικότερα, στη «Νομική Διάταξη της
Ανατολικής Χέρσου Ελλάδος», που υπήρξε το πληρέστερο τοπικό πολίτευμα,
η θρησκευτική ελευθερία κατοχυρώνεται ως «δικαίωμα» αλλά και ως
«χρέος» όλων των Ελλήνων, ισότιμο με την άσκηση των πολιτικών
τους «φρονημάτων»67.
3.Στο
«Προσωρινό Πολίτευμα της Ελλάδος» της Α’ Εθνικής Συνέλευσης στην
Επίδαυρο (1822), η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης κατοχυρώνεται
κατά το πρότυπο των συνταγματικών κειμένων των Ιόνιων νήσων του
180368 και του 181769.
Ως επικρατούσα θρησκεία αναγνωρίζεται η της Ορθοδόξου του Χριστού
Εκκλησίας70 ενώ παράλληλα καθορίζεται
ως «ανεκτή»71 και κάθε άλλη «γνωστή»72
θρησκεία. Η ανεξιθρησκία εντάσσεται στα ελάχιστα ατομικά δικαιώματα
του κλασικού καταλόγου της Γαλλικής Επανάστασης, που κατοχυρώθηκαν
στο Σύνταγμα της Επιδαύρου73. Πρόχειρο
δημιούργημα της εποχής του, το «Προσωρινό Πολίτευμα» συνέβαλε
στην πολιτική μόρφωση των αγωνιζόμενων ελλήνων σε δημοκρατικές
και φιλελεύθερες βάσεις74.
Ο «Νόμος
της Επιδαύρου» της Β’ Εθνικής
Συνέλευσης (Άστρος Κυνουρίας 1923),
περιέλαβε πανομοιότυπη ρύθμιση προς
αυτήν του Συντάγματος του 1822, για το
δικαίωμα της ανεξιθρησκίας.
Το
«Πολιτικό Σύνταγμα της Τροιζήνας» του 1827 υπήρξε το αρτιότερο
και πληρέστερο του αγώνα, σε ότι αφορά την κατοχύρωση των ατομικών
ελευθεριών75. Σ’ αυτό συνέβαλε η
ιδεολογική ζύμωση και η πολιτική εμπειρία, που αποκτήθηκε από
την εφαρμογή του Συντάγματος της Επιδαύρου καθώς και η ιστορική
μνήμη και η δημοκρατική νοοτροπία του ελληνικού λαού. Ειδικά,
η διάταξη για την ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης και λατρείας
γίνεται πληρέστερη και πιο σαφής. Η θρησκεία της Ανατολικής Ορθόδοξης
Εκκλησίας παύει πλέον να αποκαλείται «επικρατούσα» και χαρακτηρίζεται
απλά «θρησκεία της Επικράτειας», με την προσθήκη, ότι «κάθε γνωστή
θρησκεία επιδέχεται ισότιμη με αυτήν μεταχείριση, ασκείται ελεύθερα
και απολαμβάνει πλήρους προστασίας»76.
Έτσι, η λέξη «ανοχή» αντικαθίσταται με διατύπωση, που να εξασφαλίζει
πλήρη θρησκευτική ελευθερία.
4.Στις
5 Δεκεμβρίου 1831, συνήλθε στο Αργός η Ε’ Εθνική Συνέλευση, που
κάτω από αντίξοες εσωτερικές συγκυρίες και εξωγενείς επιρροές,
ψήφισε το «Ηγεμονικό Σύνταγμα» (15.3.1832). Το συγκεκριμένο Σύνταγμα
μαρτυρεί έκδηλα την προσπάθεια της Εθνικής Συνέλευσης, να συγκεράσει
το μοναρχικό πολίτευμα με τις φιλελεύθερες και δημοκρατικές αρχές,
που διέπουν τα Συντάγματα της επαναστατικής περιόδου. Οι διατάξεις
του, που αναφέρονται στη θρησκευτική ελευθερία, παρουσιάζουν ξεχωριστό
ενδιαφέρον, γιατί διασφαλίζουν κατά το «κοινόν δίκαιον των Ελλήνων»
την ελευθερία του καθένα να «πρεσβεύει τα της θρησκείας του ακωλύτως»
και να ασκεί τας «τελετάς αυτών δημοσίως», τυγχάνοντας «ίσην υπεράσπισιν
των νόμων»77. Η εν λόγω διατύπωση,
ήταν απότοκη σχετικών διατάξεων του Πρωτοκόλλου του Λονδίνου.
Το διεθνές αυτό κείμενο, υπήρξε θεμελιώδες για την κατοχύρωση
της θρησκευτικής ελευθερίας και πρότυπο όλων των συναφών ρυθμίσεων
για τις θρησκευτικές μειονότητες, μέχρι της εποχής των βαλκανικών
πολέμων78.
5.Το
Σύνταγμα του 1844 διαπνέεται από τη νοοτροπία της βαυαρικής αντιβασιλείας.
Η απαγόρευση του προσηλυτισμού κατοχυρώνεται μόνο για την «επικρατούσα»
θρησκεία, η οποία και περιβάλλεται με ευρύτερο κύρος και ισχύ.
Με το καθεστώς εξάλλου «συναλληλίας» Κράτους και Εκκλησίας παρέχεται
στην επίσημη Εκκλησία η δυνατότητα, να διεκδικεί αποφασιστική
γνώμη σε θέματα του κρατικά οργανωμένου κοινωνικού βίου. Η προστασία
της θρησκευτικής ελευθερίας σχετικοποιείται με την εκ νέου υποκατάσταση
της από τη θρησκευτική ανοχή (ανεξιθρησκία)79.
Η ανεμπόδιστη όμως διαμόρφωση και εκδήλωση των θρησκευτικών πεποιθήσεων
δε συρρικνώνεται μόνο εννοιολογικά. Το καθεστώς της θρησκευτικής
ελευθερίας, που καθιέρωναν τα δύο πρώτα επαναστατικά Συντάγματα
(Επιδαύρου, Άστρους), περιορίζεται ακόμη περισσότερο. Έτσι, ως
υποκείμενα του δικαιώματος της ανεξιθρησκίας αναγνωρίζονται τόσο
οι έλληνες πολίτες όσο και οι αλλοδαποί, με τη δέσμευση όμως,
ότι θα πρεσβεύουν «γνωστό» θρήσκευμα, δηλαδή η «συναρμογή» τους
προς το θείο θα απαιτεί φανερές δοξασίες και δημόσια λατρεία.
6.Το
Σύνταγμα του 1864, υπήρξε απόρροια της διαλεκτικής σχέσης ανάμεσα
στην υποχωρούσα μοναρχική αρχή και στην ανερχόμενη δημοκρατική.
Αν και σημαντικός αριθμός διατάξεων του, αναγόμενος ιδιαίτερα
στις ατομικές ελευθερίες, είχε ως πρότυπο του το Σύνταγμα του
1844, εντούτοις η παρεχόμενη προστασία του υπήρξε πληρέστερη και
ο φιλελεύθερος χαρακτήρας του πιο έντονος. Οι διατάξεις όμως περί
θρησκευτικής ελευθερίας, όχι μόνο δεν εξέφραζαν την αναμενόμενη
πολιτική βούληση του συντακτικού νομοθέτη, αλλά συνιστούσαν οπισθοδρόμηση
στο καθεστώς της ανεξιθρησκείας80.
Η
διάταξη για την ανεξιθρησκία εξακολούθησε να ισχύει και στο Σύνταγμα
του 1911, αν και οι ρυθμίσεις του, που ανάγονταν στις ατομικές
ελευθερίες, απέβλεπαν κυρίως στη διασφάλιση της «δικαιοκρατικής
αρχής»81.
Σχόλια
65.Στο
κεφάλαιο με τίτλο τα «Δίκαια του
ανθρώπου» και ειδικότερα στο άρθρ. 7,
κατοχυρώνεται ρητά η θρησκευτική
ελευθερία, ως αξία αυτόνομη και εξαρχής
υπάρχουσα: «...η ελευθερία κάθε είδους
θρησκείας, χριστιανισμού, τουρκισμού,
ιουδαϊσμού και τα λοιπά, δεν είναι
εμποδισμένα εις την παρούσαν διοίκησιν».
Για
την πλήρη θρησκευτική ελευθερία ως
στοιχείο του πολιτειακού ιδεώδους του
Ρήγα, βλ. Α. Βακαλόπουλου, Ιστορία του
νέου Ελληνισμού, τόμ. Δ’ (Τουρκοκρατία
(1669-1812). Η Οικονομική άνοδος και ο
φωτισμός του γένους), Θεσσαλονίκη 1973, σ.
598 κε.· Α. Δασκαλάκη, Το πολίτευμα του
Ρήγα Βελεστινλή, Αθήνα 1976, σ. 66 κε.· Γ.
Βλάχου, Η αντινομία του ανθρώπου και του
πολίτη. Το κοσμοπολίτικο δικαίωμα του
ανθρώπου στα ελληνικά προεπαναστατικά
και επαναστατικά κείμενα και η
προστασία του αλλοδαπού, «Τιμ. Τόμ. του
ΣτΕ» (1929-1979), Αθήνα-Κομοτηνή 1982, σ. 25 κε.· Κ.
Κωνσταντινίδη, Η πίστη στην ανθρώπινη
αξία. Ενόρμηση και όραμα για την
εθνεγερσία, Κομοτηνή 1985, σ. 22· Α. Μάνεση, Η
φιλελεύθερη και δημοκρατική ιδεολογία
της εθνικής επανάστασης του 1821, ανάτ. από
τον 27ο τόμο «Επίσημοι λόγοι», περιόδου
από 1.9.1982-18.5.1983, Αθήνα 1987, σ. 300 κε.
66.Άρθρ.
3: «Όλοι οι άνθρωποι Χριστιανοί, Τούρκοι
κατά φυσικόν λόγον είναι ίσοι».
67.Τμ.
Α’, κεφ. πρώτον (Πολιτικά), άρθρ. ΚΣΤ’: «Αν
όλας τας θρησκείας και
γλώσσας
δέχεται η Ελλάς, και τας τελετάς και
χρήσιν αυτών κατ’ ουδένα τρόπον δεν
εμποδίζη, την Ανατολικήν όμως του
Χριστού Εκκληοίαν, και την σημερινήν
γλώσσαν μονάς αναγνωρίζει ως
επικρατούσας θρησκείαν και γλώσσαν της
Ελλάδος» και τμ. Α’, κεφ. δεύτερον «Διακήρυξις
δικαιωμάτων και χρεών του Έλληνας»:
Δικαιώματα, άρθρ. στ’: «Ο Έλλην δεν
ενοχοποιείται δια τα θρησκευτικά και
πολιτικά του φρονήματα», Χρέη, άρθρ. στ’:
«Ο Έλλην χρεωστεί να υποφέρη όλα τα
θρησκευτικά και πολιτικά φρονήματα των
ομοίων του».
68.«Η
Ελληνική Ορθόδοξος Εκκλησία είναι η
επικρατούσα θρησκεία του Κράτους.
Η
Ρωμαϊκή Καθολική θρησκεία είναι ωσαύτως
προσφιλής και προστατεύεται. Πάσα άλλη
θρησκεία είναι ανεκτή. Ο οργανικός νόμος,
τον οποίον εθέσπισεν ο ελληνικός και
ρωμαϊκός κλήρος, ο υπάρχων εντός της
εδαφικής περιφερείας της Δημοκρατίας,θεωρείται
ότι αποτελεί μέρος της Δημοκρατίας...».
69.Οι
σημαντικότερες διατάξεις περί
θρησκευτικής ελευθερίας που
περιέχονταν στο Σύνταγμα των Ιόνιων
νήσων του 1917, ήταν οι εξής: Κεφ. πρώτον,
άρθρ. 3: «Επικρατούσα θρησκεία του Ιονίου
Κράτους εστίν η της Ορθοδόξου Ελληνικής
Εκκλησίας. Παν δε έτερον Χριστιανικόν
θρήσκευμα προστατεύεται κατά τα εφ’
εξής ρηθησόμενα». Κεφ. πέμπτον, τμ. Α’,
άρθρ. 3: «Η Καθολική Ρωμάνα θρησκεία
προστατεύεται εξαίρετος και παν είδος
θρησκεύματος εστίν ανεκτόν». Κεφ.
πέμπτον, τμ. Β’, άρθρ. 2: «... Το Κράτος
τούτο υποστή τοιαύτην δαπάνην ή
παραδεχθή την αρχήν ίνα οπωσδήποτε ή δι’
οιωνδήποτε πόρων (δυναμένων χρησιμεύσαι
εις άλλον επίσης ωφέλιμον σκοπόν)
συντηρώνται ή διατρέφονται οι Αρχιερείς
ή οι Προϊστάμενοι άλλου τίνος
θρησκεύματος παρά τους της Επικρατείας
θρησκείας του Κράτους τούτου...».
70.
Άρθρ. α’: «Η επικρατούσα θρησκεία εις
την Ελληνικήν Επικράτειαν είναι η της
Ανατολικής Ορθοδόξου του Χριστού
Εκκλησίας· ανέχεται όμως η Διοίκησις
της Ελλάδος πάσαν άλλην θρησκείαν, και
αι τελεταί και ιεροπραγίαι εκάστης
αυτών εκτελούνται ακώλυτος», Βλ. Κ.
Μαυριά-Α. Παντελή, Συνταγματικά κείμενα,
Αθήνα-Κομοτηνή 1981, σ. 7.
71.Η
χρήση του όρου «ανοχή», ως εννοιολογικού
υποκατάστατου της θρησκευτικής
ελευθερίας, είναι νομοτεχνικά αδόκιμη
και ασυμβίβαστη προς τις διατάξεις περί
ελευθερίας και ισότητας, που αποτέλεσαν
ανέκαθεν θεμελιώδεις ρυθμίσεις του
ελληνικού Συνταγματικού Δικαίου. Ο
Αδαμάντιος Κοραής αναφερόμενος στη
σημασία του όρου «ανεκτή», τάχθηκε
ανεπιφύλακτα κατά της χρήσης του,
υπεραμυνόμενος ως εξής της ανάγκης για
πλήρη κατοχύρωση της θρησκευτικής
ελευθερίας: «Ανέχεται. Η λέξις είναι
υπερήφανος δεν την εφευρήκαμεν ημείς. Τα
καυχωμένα φωτισμένα έθνη εφαντάσθηκαν
πρώτα, ότι έχει δίκαιον η πολυπληθεστέρα
θρησκεία να κατεξουσιάζη και να τυρρανή
πάσαν ολιγάριθμον άλλην θρησκείαν. Μετά
πολλούς διωγμούς και πολλάς
αιματοχυσίας, γεννημένα από την
φαντασίαν ταΰτην, εντράπησαν τέλος
πάντων την τόσον άνομον θεοβλάβειαν,
αλλά την παύσιν της αδικίας δεν
εντρέπονται ακόμη να ονομάζωσιν Tolerance,
ήγουν ανοχήν», βλ. Α. Κοραή, Σημειώσεις
εις το προσωρινόν πολίτευμα της Ελλάδος,
του 1822 έτους, Αθήναι 1933, σ. ε’ κε.
72.Βλ.
Γ. Δασκαλάκη, Ελληνική Συνταγματική
Ιστορία (1821-1935), έκδ. τρίτη, Αθήναι 1951, σ. 30.
Χ. Σγουρίτσα, Συνταγματικόν Δίκαιον, τόμ.
Α’, έκδ. τρίτη, Αθήναι 1965, σ. 121 · Α.
Μαρίνου, Η θρησκευτική ελευθερία, Αθήναι
1972, σ. 82· Α. Παναγόπουλου. Το Προσωρινόν
Πολίτευμα της Επιδαύρου, Αρμ. ΚΒ’ (1975), σ.
325 κε.· Α. Μαραγκοπούλου-Γιωτοπούλου, Τα
ανθρώπινα δικαιώματα στα Συντάγματα της
ελληνικής επανάστασης, ΝοΒ 28 (1980), σ. 1025· Ν.
Αλιβιζάτου, Εισαγωγή στην ελληνική
Συνταγματική Ιστορία, τεύχ. Α’ (1821-1941),
Αθήναι-Κομοτηνή 1981, σ. 30.
73.Βλ.
Κ. Γεωργόπουλου, Το προσωρινόν πολίτευμα
της Ελλάδος του 1822, ανάτ. από τον «Τόμο
επισήμων λόγων έτους 1971-1972», Αθήναι 1973, σ.
25: «Η τοιαύτη αναγνώρισις ορισμένων
μόνον ατομικών δικαιωμάτων δικαιολογεί
την εκδοχήν ότι οι καταρτίσαντες το
Προσωρινόν Πολίτευμα ενεπνεύσθησαν
μάλλον από τη Γαλλική Charte του 1814... παρά
από την Διακήρυξιν των Δικαιωμάτων του
Ανθρώπου και του Πολίτου της Γαλλικής
Επαναστάσεως».
74.Βλ.
Α. Πολυζωΐδου, Προσωρινόν πολίτευμα της
Ελλάδος και Σχέδιον Οργανισμού των
επαρχιών αυτής, 1824, σ. β’.
75.Βλ.
Α. Μάνεοη, Συνταγματικών Δίκαιον,
Θεσσαλονίκη-Αθήναι 1967, σ. 167· Χ. Κοριζή, Αι
πολιτικοί δυνάμεις εις την Γ’ Εθνικήν
Συνέλευσιν και το Σύνταγμα της
Τροιζήνας, ΤοΣ 1 (1975), σ. 113 κε.
76.Άρθρ.
1: «Καθείς εις την Ελλάδα επαγγέλλεται
την θρησκείαν του ελευθέρως και δια την
λατρείαν αυτής έχει ίσην υπεράσπισιν. Η
δε της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας
του Χριστού είναι θρησκεία της
Επικρατείας».
77.Άρθρ.
(·: «Η επικρατούσα θρησκεία εις την
Ελληνικήν Επικράτειαν είναι η της
Ανατολικής Ορθοδόξου και Αγίας του
Χριστού Εκκλησίας· καθείς όμως
πρεσβεύει τα της θρησκείας του ακωλύτως·
και πάσα θρησκεία της οποίας αϊ τελεταί
γίνονται πασιφανώς και δημοσίως, έχει
ίσην υπεράσπισην υπό των νόμων» και άρθρ.
36: «Εις την Ελληνικήν Επικράτειαν ούτε
πωλείται ούτε αγοράζεται άνθρωπος
αργυρώνητος δε δούλος παντός γένους και
πάσης θρησκείας άμα πατήση την
Ελληνικήν γην, είναι ελεύθερος και από
τον δεσπότην του ακαταζήτητος».
78.Βλ.
Δ. Σαλαχά, Η νομική θέσις της Καθολικής
Εκκλησίας εν τη Ελληνική Επικράτεια,
Αθήναι 1978, σ. 44 κε.
79.Βλ.
Ν.Ν. Σαρίπολου, Σύστημα του
Συνταγματικού Δικαίου της Ελλάδος, τόμ.
γ’, έκδ. δ’, Αθήναι 1923, σ. 338, σημ. 3: «Το
άρθρον Ιόν του Συντάγματος του 1844 και
του 1864 λέγει «...πάσα δ’ άλλη γνωστή
θρησκεία είναι ανεκτή...» τούτο δ’ όμως
δεν σημαίνει ότι κατά μεν το 1827
καθιερούτο η θρησκευτική ελευθερία («Liberte
religieuse») από δε του 1844 επαλινδρόμησεν η
Ελλάς καθιερώσασα απλώς την θρησκευτική
ανοχήν («Tolerance religieuse»).
80.Για
την έννοια της γνωστής θρησκείας στο
Σύνταγμα του 1864, βλ. Ι. Αραβαντινού-Γ.
Αγγελόπουλου-Κ. Έσλιν-Γ. Φιλάρετου-Ν.
Κωστή, Εκκλησίαι μη ορθόδοξοι πότε είναι
προστατεύσιμοι εν Ελλάδι. Εκκλησία
Ελληνική Ευαγγελική δεν υπάρχει (Γνωμοδότηση),
Νομ. Β’ (1895-1896), σ. 410· Η. Λιακόπουλου,
Εκκλησίαι μη ορθόδοξοι πότε είναι
προστατεϋσιμοι εν Ελλάδι. Εκκλησία
Ελληνική Ευαγγελική δεν υπάρχει (Γνωμοδότηση),
Νομ. Β’ (1895-1896), σ. 412 κε. Ι. Αραβαντινού-Γ.
Αγγελόπουλου-Κ. Έσλιν-Γ. Φιλαρέτου-Ν.
Κωστή, ‘Εχωσι το δικαίωμα οι εν Ελλάδι
πρεσβεύοντες τα δόγματα της ευαγγελικής
εκκλησίας Έλληνες ν’ αποκαλέσωσι την
εκκλησίαν αυτών «ελληνικήν ευαγγελικήν
εκκλησίαν» (Γνωμοδότηση), ΕΕλΓαλΝ 24 (1904),
σ. 267 κε.
Την
εξέλιξη των περί «θρησκευτικής
ελευθερίας» διατάξεων από το Σύνταγμα
του 1864 και μετέπειτα, βλ. Φ. Βεγλερή, Οι
αποκλίσεις των ελληνικών Συνταγμάτων
από τη φιλελεύθερη δυτική παράδοση, «Οι
συνταγματικές ελευθερίες στην πράξη», Α’
Συνέδριο της «Ένωσης Ελλήνων
Συνταγματολόγων» (Αθήνα 13-15 Οκτωβρίου
1983), Αθήνα-Κομοτηνή 1986, σ. 47 κε.
81.Για
την ερμηνευτική προσέγγιση του όρου «γνωστή»
θρησκεία στο Σύνταγμα του 1911, βλ. Γ.
Αγγελόπουλου-Κ. Κωστή-Κ. Έσλιν-Γ.
Φιλάρετου-/. Αραβαντινού. Ελληνική
Ευαγγελική Εκκλησία. — Συντάγματος
άρθρον 1όν (Γνωμοδότηση), ΕΕλΓαλΝ 35 (1915), σ.
337 κε.· Κ. Βασιλείου-Δ. Τσάτσου-Κ. Ράλλη,
Εκκλησία ελληνική ευαγγελική, θρησκεία
γνωστή (Γνωμοδότηση), ΕΕλΓαλΝ 38 (1918), σ. 116
κε.
|
|