Η ΤΟΠΙΚΗ ΔΙΑΛΕΚΤΟΣ

    Το γλωσσικό ιδίωμα των Ελλήνων των Σαράντα Εκκλησιών ήταν συγγενικό με εκείνο των μεσημβρινών (Εύβοιας, Στερεάς Ελλάδος, Προποντίδος) και όχι των βόρειων. Στην Αδριανούπολη μιλούσαν διαφορετικά, όπως οι βόρειοι Έλληνες.
    Παραθέτω ένα παραμύθι, "το φασούλ", σε γλώσσα παλιά που τη μιλούσαν οι απλοί άνθρωποι. Οι λατινικοί χαρακτήρες μπήκαν από το συγγραφέα της συλλογής, για να αποδώσουν τη βαριά προφορά. Κάπως έτσι μιλούσε και η γιαγιά Φιτωρή που μνημόνευσα.
    Ο αείμνηστος καθηγητής της Γλωσσολογίας του Παν/μίου Θεσσαλονίκης Ανδριώτης είχε επισημάνει αυτό το παραμύθι.
    Πίσω από την απλοϊκότητα, φαίνεται η λαχτάρα για ένα παιδί και .η συμπαράσταση των ανθρώπων και της προσωποποιημένης φύσης.

ΤΟ ΦΑΣΟΥΛ

    Μνιά φορά κ'ένα gαιρό ήdανα ένας άνdρας και μνιά γυναίκα και δεν είχανα παιδί. Μέρα νύχτα παρακαλούσανα τον Θεγό να τούς δώκ'ένα παιδί και ας εν ίσαμ. φασούλ. Πε τα πολλά τους jήκσε ο Θεγός, τους διν. ένα παιδί ίσαμ. φασούλ. Τους έφκιανε αμμά δουλειές κείνο ίσαμ. μεγάλο ότι boρoύσε. Μνιά μέρα η bάbω βαν. το γάλα στη φωτιά (είχαν άρμεμα ατό σπίτι dους) και λέγ. το Φασούλ: "Να φυλάγ.ς συ το γάλα να μη χυθή και γω θα πάγω στο νερό". Το καϋμένο βάν το σκαμνί κει που πήρε το γάλα να κινά και νεβαίν. πάν. Σκύβ. να γδή το γάλα να γδιούμ τι γείν.κε πέφ. μέσα. Πηγαίν. η bάbω στο σπίτι. Δω το Φασούλ., κει το Φασούλ., όdε κοιτάζ, μέσ. το γάλα το Φασούλ., πινήγ.κε έβρασε. Πε τη bίκρα dης η bάbω βγάζ. τα μαλλιά dης. Πηγαίνει ο παππούς τη χάσκει τη ρωτά: "Γιατί έβγαλες, bάbω, τα μαλλιά σ.;" - "Αμ έπεσε το Φασούλ μέσ'το γάλα και πε τη bίκρα μ'έβγαλα τα μαλλιάμ'." Πιάν. και ο παππούς βγάζ. τα γένεια τ'. Πηγαίν. ο παππούς στα ξύλα, τον χάσκουν τα δέdρα, τον ρωτούν το παπού: "Γιατί παππού έβγαλες τα γένεια σ';" - "Έπεσε λέγ., της bάbως το Φασούλ. μέσ στο γάλα και η bάbω έβγαλε τα μαλλιά dης και γω έβγαλα τα γένεια μ'." Τότες λέγ. και το δέdρο: "Κ'εγω, σαν εν, θα ρίξω τα φύλλα μ." Πηγαίν η αλεπού, κυττάζ τα φύλλα. - "Γιατί λέγ., δέdρο, έρριξες τα φύλλα σ';" - "Αμ έπεσε της bάbως το Φασούλ μέσ'στο γάλα, η bάbω έβγαλε τα μαλλιά dης, ο παππούς έβγαλε τα γένεια τ' κ εγώ έρριξα τα φύλλα μ'." -"Κ'εγω θα κόψω την νουρά μ'." Πηγαίν. η αλεπού στο ρέμα να πγή νερό. Τη γλέπ. ο ρέμας πε τη goμμέv. τη νουρά, τη ρωτά: - "Γιατί έκοψες τη νουρά", τη ρωτά: - "Γιατί έπεσε της bάbως το Φασούλ στο γάλα, κ'η bάbω έβγαλε τα μαλλιά dης και ο παππούς τα γένια τ' και το δέdρο τα φύλλα τ' κ'εγω έκοψα τη νουρά μ'."-"Σαν εν, κ'εγω το μισό θα τρέχω χολή και το μισό αίμα".
    Πηγαίν. η χαλαίκα του αγά να γεμίσ. τη στάμνα dης νερό, όde κυττάζ., τι να δγή; το μισό έτρεχε χολή και το μισό αίμα. "Γιατί ρωτά το ρέμα, δε dρέχ.ς νερό;" - "Γιατί η bάbω νέσπασε τα μαλλιά dης κι ο παππούς τα γενεια τ' και το δέdρο τα φύλλα τ' κι η αλεπού τη νουρά dης κ'εγώ τρέχω αίμα και χολή". Τότε κι αυτή τσακεί τη στάμνα dης, πηγαίν. στο σπίτ. της θείτσας dης. Η χανούμ(ι)σσα τη αγά έφκιανε μιουζλεμέδες. Τη ρωτά: "Γιατί μωρή τσάκισες τη στάμνα σ';" "Αμ'δε gξέρ.σ σύ; Έπεσε της bάbως το Φασούλ. μέσ'στο γάλα κ'η bάbω έβγαλε τα μαλλιά dης κι ο παππούς τα γένεια τ' και το δέdρο τα φύλλα τ' κι η αλεπού τη νουρά dης και ο ρέμας τρέχ. αίμα και χολή κ'εγω τσάκισα τη στάμνα μ'." Τότες κι η χανούμ(ι)σσα κάθεται πάσ' το κόκκινο πε τη φωτιά πούμα και καίγ. το gώλο της!!! - Ήμνα κ'εγώ κει και μ'έδωκαν μνιά φούχτα φακή, ίσαμ που περνά στη σούγλα η φακή, τόσο να πιστέψτε και σεις πε γούλα.

ήdανα             θα πει      ήταν
πέφ                               πέφτει
χαλαίκα                          ανηψιά
μιουζλεμέδες                  ένα είδος γλυκίσματος
ήμνα                              ήμουνα
Jήκσε                            άκουσε
όdε                                όταν
νέσπασε                         απόσπασε
πούμα                            πώμα, σκέπασμα
σούγλα                           σούβλα

    Με την τελευταία φράση "ήμνα κ'εγώ κει κ.τ.λ." τελείωναν όλα τα παραμύθια. Ήταν το επιμύθιο.
    Πέρα από αυτό το παραμύθι και τα αποσπάσματα κειμένων που έχουν ενταχθεί, για καλύτερη προσέγγιση της τοπικής διαλέκτου, καταγράφω πρόχειρα και μερικές λέξεις που νομίζω ότι είναι ενδιαφέρουσες και εύηχες.

αγγελομαχώ                   ψυχομαχώ, παλεύω με το θάνατο
αλατερό                          αλατιέρα
άμια                             θεία
άμμδη                     άμμος
αντρίκειο                     ειδικό μέρος για τους άvδρες,
                                    π.χ. στην Εκκλησία
ατσαλόστομος             κακόγλωσσος
βοθηστής                     βοηθός
γάνα                             πολύ αλμυρό
εύτακτος                     το αντίθετο του άτακτος, με τάξη, φρόνιμος
θεκιάζω                     τακτοποιώ
καθανείς                     κάθε ένας
κακοφανισμένος             δυσαρεστημένος
καλή μ'                     παρακελευσματικό, το θηλυκό του "καλέ"
καλοθετώ                     τακτοποιώ
καπανίζω                     τρώγω θορυβωδώς
κατούνια                     τσόκαρα ξύλινα
κενώνω                     αδειάζω, σερβίρω στα πιάτα
κλανοθύρα                     κουτσομπόλα γυναίκα, πoυ γυρνά από πόρτα σε πόρτα
κολοσκαμνίζω             περιποιούμαι με υπερβολή
κολοτρίβομαι             επιμένω να ζητώ κάτι
κούλ(ι)κα                     φαντασμένη - χαζή (σαν γαλοπούλα)
λούσμα                     νερό για λούσιμο ή άνοστο φαγητό
λωλοφακή                     ανόητη γυναίκα
μοσκίζω                     ευωδιάζω
μπατσής                     αδελφός
μυροκοπώ                     μυρίζω, ευωδιάζω
νουνίζω                     συλλογίζομαι
ξαναμανά                     εκ νέου, από την αρχή
παρταλοκιαράτσα            γυναίκα άσκοπα φλύαρη
πηδήκουρος             ακρίδα
ποδιαβάζω                     ξεπροβοδίζω
πρεπομαχώ             φαίνομαι ωραίος, όπως πρέπει, λαμποκοπώ
σαλατικό                     αγγούρι
σκεπός                     σκεπή
σταπίδα                     σταφίδα
τσάτσα                     αδελφή
χεστελής                     φοβιτσιάρης
χουλιαρίζω              τρώγω λαίμαργα / φλυαρώ
ψεματλής                     ψεύτης

    Ακόμα σημειώνω και μερικές εκφράσεις, τις οποίες ξεχώρισα.

- έφαγε φασουλιά - έμεινε έγκυος
- βάλ'το ευλογητό - κάνε την αρχή
- ους το κρίμα - τι κρίμα!
- στο τακ-ταραβάν(ι) - πάρα πολύ ψηλά
- στο διάβολο και κόμ'πε κείθε - στο διάβολο και πιο πέρα
- τι γένκε; έχασ'ο Χριστός ένα κρομμύδ! - μη στενοχωριέσαι, δεν είναι τίποτα!
- πε το ντούρκο φάε πιε και το κώλο σ'φύλαγε - δε χρειάζεται ερμηνεία
- τα κεχριμπάρια στο ξεκούκισμα έπεφταν με χτυπήματα τόνα πα στ'άλλο-αναφέρεται στο κομπολόϊ
- εμορφοδιηγόταν κουμπελίδικα - διηγόταν όμορφα, με επιμύθιο, στρογγυλά
- του διηγόταν τα συμβάντα. Το και το, ψηφί, ψηφί - διηγόταν ξερά, κοφτά

Ψηφί είναι η πετρούλα για τα ψηφιδωτά.

    Αξίζει, τέλος, να πω ότι σε ένα Ελληνογαλλικό Λεξικό του 1887, η ερμηνεία των λέξεων γίνεται ως εξής:

Porte         η θύρα (χυδαϊστί η πόρτα)
Maison       η οικία (χυδαϊστί το σπίτι)
Cicerole     η λέκυθος (χυδαϊστί η φάβα)

    Έπρεπε να μιλά κανείς "λόγια", αλλιώς ήταν χυδαίος, με μια έννοια που μας δίνει το λεξικό του Δημητράκου:

χυδαίος - πολυπληθής, κοινός, ευτελής, βάναυσος, αγροίκος
χυδαίζω - συρρέω εις πλήθος, μιμούμαι τους χυδαίους, μεταχειρίζομαι την δημοτικήν γλώσσαν. την κατά τους οπαδούς της καθαρευούσης χυδαίαν.
    Από τα δημοτικά τραγούδια καταγράφω δύο, των οποίων η γλώσσα είναι εξελιγμένη και όμορφη, θα έλεγα.

Τι με θωρείς και κρύβεσαι (χορευτικό)

Τι με θωρείς και κρύβεσαι και μπαίνεις και κλείδωνες;
Φτερά να κάνεις να πετάς πε μένα δεν γλυτώνεις.
Κόψε κλωνί βασιλικό και μέτρησε τα φύλλα,
λογάριασε και τον καιρό που με παιδεύεις σκύλλα.
Στον ουρανό κι αν ανεβείς, στα νέφη κι αν κοιμάσαι,
φτερά να κάνεις να πετάς, πάλι δική μου θάσαι.
Τι με θωρείς και κρύβεσαι πίσ'από το δετάρι,
δε θα σ'αφήσω γω ποτές άλλος για να σε πάρει.

                                δετάρι σημαίνει δεμάτι

Εγώ είμαι ορφανό παιδί (τραπεζίου)

Εγώ μαι ορφανό παιδί, έχω και χήρα μάνα
η μάνα μου με στοίχισεν σ'έναν καλόν αφέντη.
Αφέντης μου εν πραμματευτής εν κι άξιο παλληκάρι
αφέντης μου κάνει χαράν, χαράν και πανεγύρι.
Μένα με κάνει καλεστή, για να καλώ τον κόσμο,
εκάλεσεν εννιά χωριά και δεκαπέντε κάστρα.
Μένα με κάνει κεραστή για να κερνώ τον κόσμο,
κι απ'το πολύ το κέρασμα, το σύρω και το φέρε,

το χέρι μου ραΐστηκε και πέλ'σα το ποτήρι.
Ουδέ στη γην εβάρεσε, ουδέ στο καλντερίμι,
μον' σε μιας κόρης γόνατο, σε μιας κόρης ποδάρι.
Η κόρ'ήταν όμορφη, ήταν καγκελοφρύδα,
τα ματοτσινοράκια της σαν της ελιάς τα φύλλα.

                               χαρά        σημαίνει     γάμος
                               στοιχώ                      εργάζομαι με ετήσιο μισθό
                               πέλ'σα                      άφησα, μου ξέφυγε