ΕΘΙΜΑ

    Οι δεισιδαίμονες συνήθειες και προλήψεις που επικρατούσαν τότε, όπως παντού, και στις Σαράντα Εκκλησίες ήταν όχι λίγες. Πολλές απ'αυτές βρίσκουμε και σήμερα ακόμη, γιατί έχουν και κάποια βάση ή λογική, π.χ. να μην επισκέπτονται τη λεχώνα τη νύχτα και αυτή να μη βγαίνει μέχρι να σαραντίσει. Είναι λόγοι υγείας. Να και μερικές από τις συνήθειες που υπήρχαν.

- έβαζαν στο προσκέφαλο της λεχώνας ψαλίδι, σαπούνι και άλλα, για να προφυλάγεται αυτή και το παιδί από τις ασθένειες.
- πίστευαν στο μάτιασμα και μάθαιναν να ξεματιάζουν.
- όταν κοβόταν το γάλα μιας γυναίκας, ζύμωναν ένα ψωμάκι, το έδιναν σε ένα βοσκό που το κρατούσε μέχρι το βράδυ και τότε το        έφερνε πίσω στη μάνα. Αυτή έτρωγε το μισό λέγοντας: "όπως γύρσε αυτό το ψωμί στην αγέλ' και ήρτε, έτσ' να γυρίσ' και το γάλα μ' να έρτ".
- οι έγκυες γιόρταζαν αυστηρά τους Αγίους Συμεών και Σπυρίδωνα, μη γεννήσουν παιδιά σημαδεμένα ή με σπυριά.
- τη νύχτα, δεν έδιναν φωτιά, μη χαθεί το φως και η αρμονία του σπιτιού.
- δεν έδιναν σε άλλους ξύδι ή αρμνιά (τουρσί) μην τα ξυνίσουν, μαλώσουν, με αυτούς που θα τα έπαιρναν.
- όταν τα παιδιά έβγαζαν κανένα δόντι, το πετούσαν στα κεραμίδια λέγοντας "να το κοκαλένιο και δώσε μ' σιδερένιο".
-το βράδυ της πρωτοχρονιάς, 31 Δεκεμβρίου, μεσάνυχτα ακριβώς, άνοιγαν πόρτες και παράθυρα, για να μπει ο καινούργιος χρόνος και θυμιάτιζαν.

    Στο σπίτι μας τηρούμε και τώρα αυτό το έθιμο.
    Φορούσαν, για το καλό του χρόνου, ένα καινούργιο ρούχο και φρόντιζαν να έχουν επιστρέψει ό,τι δανεικό είχαν τυχόν πάρει.
    Τραγουδούσαν ακόμα τις ευχές:

σούρβα, σούρβα, γερο κορμί, γερό σταβρί, σαν ασήμ'
σαν κρανιά, και τη χρόν'γουλ'γεροι και καλόκαρδοι.

σούρβα, είναι ξηροί καρποί.
η κρανιά έχει πολύ σκληρό ξύλο.

σταβρί, πιθανόν να εννοεί το κεφάλι, το κούτελο.

-από τα Χριστούγεννα μέχρι τα Θεοφάνεια δε λούζονταν, περιμένοντας να αγιαστούν τα νερά.

    Θα σημειώσω και κάτι που δεν ήταν δεισιδαιμονία αλλά ανάγκη. Αν μια λεχώνα δεν είχε δικό της γάλα για να θηλάσει, έβρισκε μια παραμάνα, άλλη γυναίκα που είχε γεννήσει τις ίδιες μέρες, η οποία πλέον θήλαζε και τα δύο παιδιά. Πολλές φορές την παραμάνα, μαζί με το δικό της παιδί, την έπαιρναν στο σπίτι. Την περιποιούνταν και την καλοτάϊζαν ώστε να κατεβάζει μπόλικο γάλα, διπλό σε ποσότητα και παχύ. Τα δύο ομογάλακτα δε, τα αποκαλούσαν μηλαδέλφια.
    Θα πρέπει, νομίζω, να σκεφτούμε για λίγο πώς ζούσαν τότε οι άνθρωποι αυτοί σε ένα καθυστερημένο κράτος, πόση ήταν η γνώση, πόσο προσιτή και σε πόσους προσφερόταν, θέλω να θυμηθώ εδώ μια ηλικιωμένη συγγενή, τη γιαγιά Φιτωρή - Βικτωρία ήταν το όνομα της -που νομίζω ότι ήταν δείγμα μιας κατηγορίας ανθρώπων του καιρού εκείνου. Φορούσε μεσοφόρι, τσεμπέρι - φακιόλι το έλεγε - ίσια παπούτσια χωρίς τακούνια, κάλτσες μάλλινες που έπλεκε η ίδια με τέσσερις ψιλές βελόνες, χωρίς ραφή. Το πανωφόρι της ήταν μαύρο απ'έξω, φοδραρισμένο όλο με μπεζ γούνα, είχε και φάσα 2-3 δάχτυλα μπροστά, από την ίδια γούνα. Έκανε κάθε μέρα μετάνοιες στο εικονοστάσι που σε μερικές γιορτές έφταναν τις σαράντα και μάλιστα "μεγάλες", δηλαδή γονατίζοντας και πέφτοντας μέχρι το έδαφος. Οι άλλες, χωρίς κλίση των γονάτων λέγονται μικρές. Μιλούσε το τοπικό ιδίωμα, όπως θα το δούμε αργότερα, έτσι που το μάθαμε κι εμείς. Την είχαμε σπίτι και τη θεωρούσαμε πραγματική γιαγιά μας. Μας πρόσεχε, και όταν μας έβγαζε έξω, μας κρατούσε σφιχτά από το χέρι και φώναζε "κοσεύτε-κοσεύτε" (τρέχετε), όταν περνούσαμε την Εγνατία οδό ή την Τσιμισκή, που είχαν τότε τραμ. Γύρω στο 1937 στη Θεσσαλονίκη, εν όψη του πολέμου, η αντιαεροπορική άμυνα είχε βάλει ισχυρούς προβολείς, για την ανίχνευση αεροπλάνων σε τυχόν νυκτερινές αεροπορικές επιδρομές. Συχνά δε, έκανε ασκήσεις με δικά μας αεροπλάνα που τα εντόπιζε στον αέρα και τα παρακολουθούσε με τις δέσμες του φωτός των προβολέων. Ένα βράδυ, ενώ εμείς τρώγαμε, βλέπουμε τη γιαγιά Φιτωρή, να έρχεται από το μπαλκόνι όπου καθόταν, σε έξαλλη κατάσταση, να τρέμει, να κάνει το σταυρό της και να προσεύχεται. Τι συμβαίνει; ρωτήσαμε. Η γιαγιά Φιτωρή, με τρεμάμενο το σαγόνι της, μας λέει: "θείον σημείον, άνοιξαν οι ουρανοί, δευτέρα παρουσία!". Όταν την πήγαμε πίσω στο μπαλκόνι, είδαμε τις φωτεινές δέσμες να σχίζουν το σκοτάδι φωτίζοντας, όταν εντόπιζαν, διαδοχικά, τα αεροπλάνα. Ώσπου να της εξηγήσουμε, είδαμε και πάθαμε. Έτσι έμαθε ότι υπήρχαν και οι "πυροβολείς" (έτσι τους έλεγε) και δεν αναγγέλλουν τη δευτέρα παρουσία.
    Δεν υπάρχει στα παραπάνω σκωπτική ή ειρωνική διάθεση, θα ήθελα να αναλογισθούμε ότι στα χρόνια που μεσολάβησαν από τη γενιά της Φιτωρής, η εξέλιξη ήταν ραγδαία. Να πούμε πολύ απλοποιημένα ότι από την εποχή του Προμηθέα ο άνθρωπος είχε φωτιά μόνο από τα ξύλα, από τον περασμένο αιώνα είχαμε ξύλα και κάρβουνο, και σε μια γενιά ήρθε το πετρέλαιο, το υγραέριο, η ηλεκτρική συσκευή, τα μικροκύματα. Πώς να μη σαστίσει η γιαγιά Φιτωρή! Αλλά και πάντοτε δεν υπάρχουν τέτοιοι, πίσω από την εποχή τους;
    Ήταν ευτυχισμένοι αυτοί οι άνθρωποι; Όπως έλεγαν, ναί. Ζούσαν στο μικρόκοσμο τους χωρίς τα τωρινά περίπλοκα και τα άγχη. Ας μην το ψάξουμε όμως περισσότερο, δε βγαίνει άκρη. Ακόμα θα ήθελα να φανταστώ, και φοβάμαι, αυτά που θα λένε τα εγγόνια μας, για τη δική μας εποχή, ύστερα από 100 χρόνια.
    Τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά, που τα περίμεναν γεμάτοι προσδοκία και για να φάνε ύστερα από τη νηστεία των σαράντα ημερών, έλεγαν τα κάλαντα, όπως παντού. Από βραδύς μαζεύονταν και με όργανα στολισμένα με κυπαρίσσια και αμάραντο, πήγαιναν πρώτα στο σπίτι του παπά, ύστερα στους πρόκριτους και τέλος στους γνωστούς και φίλους.

    Το τραγούδι του παπά.

- Σήκω να πας αφέντη μου, και κάτσε στο σκολειό σου,
και πάρ'τ'αργυρομαστραπά και νίψ'το πρόσωπο σου,

και βγάλ'το δροσομάντηλο και νίψου και σφουγγίσου.
Εννιά κλησιές εσήμαναν, τα μοναστήρια ψέλνουν,

και τα μικρά δασκαλικά λένε το Κύριε ελέησον.
Βάλτε κρασί μέσ'στο γιαλί κι'αφράτο παξιμάδι,
και βρέξτε τα χριστιανικά να μας παρηγορήσουν.

   Ένα από τα κάλαντα των Χριστουγέννων.

Χριστούγεννα, Χριστούγεννα πρώτη χαρά του κόσμου
και ψες Χριστός γεννήθηκε και κόσμος δεν το νιώσε,
και κόσμος ήταν κόμπιλα και βασιλές ατόσα.
Και ψες εγύριζε ο Χριστός με δώδεκα κλωνάρια,
και κει που πάει κι'ακούμπησε χρυσό δεντρί αξιώθη,
και το δεντρί ήταν Χριστός και τα κλωνάρια άγγελοι
κι αυτά τα πυκνοκλώναρα οι δώδεκα Απόστολοι.
Κι απάνω στη φωλίτσα του περδίκια φωλιασμένα,
και κάτω στη ριζίτσα του πηγάδια και λειβάδια,
και κατεβαίνει η πέρδικα και παίρνει κι ανεβάζει,
παίρνει νερό στα νύχια της και δρόσο στα φτερά της,
δροσίζει, το Χριστό γεννά, παιχνίζει τον αφέντη.
Και μεις τον αυγενίζουμε, πολλή χαρά στον κόσμον.

    Η ερμηνεία των παρακάτω λέξεων δίδεται με κάθε επιφύλαξη.

κόμπιλα · κομπαστικός, δοξαστικός.
ατόσα · τρομερός, ακατανίκητος
αυγενίζουμε · ατενίζουμε, λαμπρύνουμε, δοξολογούμε, βλέπουμε καθαρά

    Και ένα άλλο.

Κυρά θεοτόκε εκοιλοπόνα
εκοιλοπόνα και παρακάλειε
τους άγιους όλους τους απόστολους
τους απόστολους και αρχαγγέλους.
Αγιαπόστολοι και αρχάγγελοι
βοηθήστε με σ'αυτή την ώρα
τη βλογημένη, τη δοξασμένη.
Ώστε να πάει η μαμά να φέρει
Χριστός γεννάται, ο ήλιος φέγγει
σα νιο φεγγάρι, σαν παλληκάρι.

    Ένα της Πρωτοχρονιάς.

Εδώ μας είπαν κι ήρθαμε σε τούτο το νοικοκύρη,
πώχει τα σπίτια τα ψηλά, αυλές μαρμαρωμένες,
έχει και τα παράθυρα χρυσά ακουμπισμένα.
Αφέντη μου, στην τάβλα σου χρυσή καντήλα φέγγει,
χωρίς το τέλι κρέμεται, χωρίς βορριά σειγιέται.
Σα βάλεις λάδι και κέρι, φέγγει την αφεντιά σου,
φέγγει τις δάφνες και δειπνούν, τις ξένοι κι αρμενούνε,
φέγγει και τον αφέντη σου που κάται τρώει και πίνει.
Ασήμια τα τραπέζια σου μάλαμα τα ταψιά σου
μόσχο και δεντρολίβανο μυρίζουν τα φαγιά σου.

κάται = κάθεται

    Και κάτι που έκαναν τα παιδιά το Πάσχα.
    Το βράδυ της Ανάστασης, μόλις άρχιζε η λειτουργία, τα παιδιά καθάριζαν κρυφά ένα κόκκινο αυγό, το έβαζαν βαθιά στην τσέπη και όταν ο παπάς άρχιζε να ψέλνει το Χριστός Ανέστη, πριν φτάσει στο... "ανέστη", έτρωγαν το αυγό σε δύο μπουκιές. Τα τσουγκρίσματα γίνονταν μετά.
    Καταγράφονται παρακάτω και λίγα από τα έθιμα του γάμου. Επικρατούσε πάντοτε, το μέρος της νέας να ζητά το γαμπρό, ίσως γιατί βιάζονταν να παντρεύουν τα κορίτσια από τα 16 χρόνια τους, να "μην ξυπνήσουν". Γινόταν το προξενιό με ή χωρίς προικοσύμφωνο και οριζόταν η μέρα, που η οικογένεια του γαμπρού με τον ιερέα της ενορίας θα πήγαινε στο σπίτι της νύφης. Εκεί τους περίμεναν οι συγγενείς. Ο παπάς ή ο γεροντότερος από τη συνοδεία του γαμπρού έπαιρνε την πρωτοβουλία: "έμαθαμ'που έχτε ένα κορίτσ'και θέλουμ'να το κάνουμ'νύφ'για το παλληκάρ'μας και γι'αυτή την αιτία ήρταμ'να σας πούμ'και σαν το κρίντε και σεις εύλογο και άγιο να μας το δώστε". Τότε η πλευρά της νύφης απαντούσε: "αφού το βρίσκετε σεις εύλογο, τότες και μεις θέλουμ'το παλληκάρ'σας και αυτό το συνοικέσιο ένε εύλογο και άγιο". Η πλευρά του γαμπρού τότε έλεγε. "Τώρα θέλουμ'να μας πείτε και τι προικιά θα μας φέρ'η νύφ". Μετά το κλείσιμο αυτό, έβγαινε η νύφη και φιλούσε τα χέρια όλων και της έδιναν δώρα σε χρήμα.
    Ο γαμπρός, μετά τον αρραβώνα, επιτρεπόταν να πηγαίνει στο σπίτι της νύφης για επίσκεψη, Χριστούγεννα, Αποκριές και Πάσχα μόνο. Αλλά αυτό στην πράξη δεν ετηρείτο.
    Η μητέρα μου έλεγε ότι όταν η δική της, η γιαγιά μου, αρραβωνιάστηκε σε ηλικία 15 χρόνων, γύρω στο 1875, ο μνηστήρας, ο Γιάγκος, επισκεπτόταν τα πεθερικά τις Κυριακές, αλλά η νύφη εμφανιζόταν μόνο για να κεράσει. Έτσι ο γαμπρός, για να βλέπει περισσότερη ώρα τη μνηστή, έτρωγε το κέρασμα όσο μπορούσε πιο αργά και έβλεπε με το κόλπο αυτό λίγο περισσότερο τη γυναίκα με την οποία θα ζούσε μια ζωή. Όσα λεπτά ή δευτερόλεπτα στεκόταν μπροστά του με το δίσκο του γλυκού, πέραν του δέοντος. Φαίνεται πως η προγιαγιά θεώρησε το τέχνασμα απρεπές και απαράδεκτο και ένα απόγευμα, διπλωματικά είπε: "Καλλιόπη παιδί μου, άφησε το δίσκο στο τραπέζι, να φάει ο Γιάγκος το γλυκό με την ησυχία του!". Η τιμή της οικογένειας σώθηκε.
    Μια που μνημονεύσαμε το ζευγάρι, ας πούμε ότι κατά τη διάρκεια της μνηστείας, ο Γιάγκος έδωσε στην Καλλιόπη, άγνωστο πώς τα κατάφερε να την ξεμοναχιάσει, ένα σακκουλάκι με λίρες λέγοντας, "φύλαξε τα αυτά, είναι για το σπιτικό μας".
    Οι γάμοι άρχιζαν από το Σάββατο με μουσική, κάθε πλευρά είχε τους προσκεκλημένους της και το απόγευμα "ξουράφιζαν" το γαμπρό. Παλιότερα, πριν από το γαμπρό ξύριζαν 2 παιδιά, μη ορφανά, και ύστερα από αυτόν, τον παράγαμπρο. Πιο μπροστά, την Τετάρτη, μη ορφανά κορίτσια έπιαναν προζύμι τραγουδώντας, την Πέμπτη ζύμωναν, έστελναν το ψωμί στο φούρνο και μετά έβαφαν με μαύρη βαφή τα μαλλιά της νύφης, και το βράδυ την έλουζαν σε έναν κάδο. Την Παρασκευή τακτοποιούσαν την προίκα, έστρωναν το στρώμα, λουζόταν και ο γαμπρός. Το Σάββατο, όπως είπαμε, διασκέδαζαν χωριστά οι οικογένειες και οι παρέες γαμπρού και νύφης. Τον παράγαμπρο τον κάθιζαν πάνω σε ένα τραπέζι και κραύγαζαν. "Ο παράγαμπρος ένε άξιος για να γέν' γαμπρός" και άλλοι ''άξιος, άξιος και καλός". Τον σήκωναν με το τραπέζι όπου καθόταν, μέχρι να τάξει κάτι. Το στεφάνωμα γινόταν την Κυριακή στην εκκλησία, εκτός από τις περιπτώσεις του δεύτερου γάμου που μπορούσε να γίνει και στο σπίτι.
    Κάπου βρήκα να αναφέρεται για το γάμο "... ως μέχρι τούδε με μόνην την διαφοράν της κόκκινης νυφικής καλύπτρας, ην συνήθιζον, ως της Ρεβέκκας, να εναποθέτουν επί του προσώπου της νύφης". Πρέπει να έβαζαν στη νύφη, κάποια εποχή, κόκκινη καλύπτρα. Γιατί; Για να κάνει παιδιά. Η Ρεβέκκα είναι αγία της Ορθοδόξου Εκκλησίας, προ-μήτωρ του Χρίστου, γυναίκα του Ισαάκ. Αρχικά ήταν στείρα και ύστερα από 20 χρόνια γάμου γέννησε δίδυμα, τον Ησαύ και τον Ιακώβ της Παλαιάς Διαθήκης.
    Η νύφη πριν μπει στο σπίτι του γαμπρού, έπρεπε να πάρει κάποιο δώρο από τους γονείς του. Τη Δευτέρα γινόταν η λεγόμενη αντίχαρα με διασκέδαση και δώρα στη νύφη. Την Τρίτη ο γαμπρός με τον παράγαμπρο επισκεπτόταν τα πεθερικά του και ύστερα ψώνιζε από την αγορά φρούτα και γύριζε στο σπίτι του. Στο τέλος της εβδομάδας, το αντρόγυνο πήγαινε στο σπίτι των γονέων της νύφης, όπου καθόταν λίγες μέρες. Είκοσι μέρες μετά το γάμο έκαναν το νυφικό λούσιμο στο λουτρό με συνοδεία γυναικών, με τραγούδια, φέρνοντας και τρεις γύρους μέσα στο λουτρό.
    Όσον αφορά το θάνατο, τις κηδείες και τα μνημόσυνα, τα έθιμα ήταν όμοια με εκείνα που επικρατούν και σήμερα. Το ντύσιμο των γυναικών στα μαύρα και η μαύρη ταινία για τους άντρες, στο φέσι όμως. Ο δεύτερος γάμος ήταν, κατ' αρχήν, απαράδεκτος, εκτός από τις περιπτώσεις που υπήρχαν μικρά παιδιά. Αν πέθαινε κανείς αρραβωνιασμένος, ο άλλος συνήθως έμενε σε όλη του τη ζωή ανύπαντρος. Στο ετήσιο μνημόσυνο των γονέων, τα παιδιά έπρεπε να αγρυπνήσουν στην εκκλησία. Μοίραζαν τα κόλλυβα στα σπίτια σε "υποκύπελλα", όπως έλεγαν τα μικρά πιατάκια.
    Ακόμα αξίζει να πούμε ότι οι έγγαμες γυναίκες φύλαγαν τα εσώρουχα που φορούσαν στο γάμο τους για να τις τα φορέσουν στο τελευταίο τους ταξίδι, για τον άλλο κόσμο.
    Για τα νεκροταφεία μας λέει ο Βασ. Ασημομύτης:

    "Κατεστράφη ο Αμυγδαλεώνας (το μαντεμλίκι), όπως και το νεκροταφείο. Στο κοιμητήριο αυτό υπήρχαν επιγραφές σε αφάνταστη γλωσσική ποικιλία, από αρχαία ιωνική διάλεκτο, μέχρι αρμενικά. Ιδού, παραθέτω μια επιγραφή που μου έδωσε κάποιος Σaρανταεκκλησιώτης:

Ένθ' ιθαγενέος φωτόν νεκΰν,
άμφικαλύπτει γαία Ίωάννεω.
Γιαννάκογλου έπίκλην, πάσι.
Πολίταις προσφιλέος γεραρού
έριτίμου ούνεκα ης πάτρης
λαμπρός έην στέφανος τω μιν
έται γνωτοί τ' άδικώς
κόψαντο θανόντα πεντήκοντα έτη
άπροίδει θάνατο αγχι
δ' αποιχομένοιο πάροιθε, φίλον κατέρειξαν
υίέος ού μικρός κέκτανέ μιν θάνατος

          Τίποτε δεν υπάρχει από τα παλιά μαυσωλεία και τους ταπεινούς τάφους."

    Το παραπάνω επίγραμμα τέθηκε υπ' όψη φιλόλογου. Επειδή διαπιστώθηκε ότι είχε αντιγραφικά λάθη αποκαταστάθηκε και αποδόθηκε στη νεοελληνική:

Ένθάδ' ιθαγενέος φωτός νέκυν άμφικαλύπτει
γαία, Ίωάννεω Γιαννάκογλου έπίκλην,
πάσι πολίταις προσφιλέος. γεραρού, έριτίμου,
ούνεκα ης πάτρης λαμπρός έην στέφανος.

τον μεν έται γνωτοί τ' άδινώς κόψαντο θανόντα
πεντηκονταέτη άπροϊδεί θανάτω),
άγχι δ' αποιχομένοιο πάροιθε φίλον κτερέιξαν
υίέος· ού μικρός κάκτανέ μιν θάνατος.

    Το χώμα σκεπάζει εδώ το σώμα ενός ντόπιου · Ιωάννης Γιαννάκογλου το όνομα του - σε όλους τους πολίτες αγαπητού, τιμημένου και πολύτιμου, γιατί ήταν το λαμπρό καμάρι της πατρίδας του. Αυτόν τον θρήνησαν γοερά συγγενείς και γνωστοί σαν πέθανε στα πενήντα του από απροσδόκητο θάνατο, και έθαψαν τον αγαπημένο τους δίπλα στο γιο του που είχε νωρίτερα πεθάνει δεν τον αφάνισε ασήμαντος θάνατος.
    Ακόμα, σχολιάστηκε ως εξής:

    Το μέτρο είναι το αναμενόμενο σε επιτύμβια επιγράμματα ελεγειακό δίστιχο, δηλαδή ο συνδυασμός ενός εξαμέτρου και ενός πενταμέτρου στίχου. Κατά την αντιγραφή έχουν γίνει λάθη και παραλείψεις. Το κατέρειξαν στο 10° στίχο είναι του πολύ σπάνιου ρήματος κατερείκω που ίσως μεταφορικά θα μπορούσε να σημαίνει "αναπαύω", αλλά υποψιάζομαι ότι ο αντιγραφέας δεν κατάλαβε ότι πρόκειται για το ρήμα κτερείζω που είναι πολύ κοινό και σημαίνει "θάβω", και αυτό απαιτεί το νόημα εδώ. Ο τελευταίος στίχος πιθανότατα υπονοεί ότι ο καημός του πρόωρα χαμένου γιου οδήγησε τον πατέρα στον τάφο.
    Ας μου επιτραπεί να πω, με απόλυτη βεβαιότητα την οποία δικαιολογώ παρακάτω, ότι πρόκειται για την επιγραφή του τάφου του παππού μου, Ιωάννου Δ. Γιαννακοπούλου, Γιαννάκογλου όπως λεγόταν.
    Βρήκα στο σπίτι μας δύο συμβόλαια αγοράς ακινήτων των ετών 1881 και 1884, το πρώτο το είδαμε πιο μπροστά , στα οποία αναφέρεται σαν αγοραστής ο Γιαννάκης Δ. Χ'' Γιαννάκογλου. Είναι, χωρίς αμφιβολία, του παππού μου. Το Χατζή - και η κατάληξη - ογλου, έφυγαν και έγινε το επίθετο μεταγενέστερα, Γιαννακόπουλος.
    Η μητέρα μου πολλές φορές μας ανέφερε ότι ο παππούς πέθανε πρόωρα νέος, από στενοχώρια, λίγο καιρό μετά το θάνατο του πρωτότοκου γιου του, του Δημητρού, σε ηλικία μόλις 22 ετών, γιατί τον αρραβώνιασαν με μια κοπέλα που αυτός δεν ήθελε. Ο Δήμητρας ήταν ένα παλικάρι από τα λίγα, όμορφος, λεβέντης και καλλιεργημένος. Στις σελίδες για το θέατρο που έχω παραπάνω, στο κείμενο του Δημ. Χατζηπαναγιώτου, χαρακτηρίζεται ως "νέος λίαν ανεπτυγμένος".
    Νομίζω ότι οι συσχετισμοί μου είναι λογικοί και εκτός λογικής θα ήταν να σκεφτώ, ότι πρόκειται συμπτωματικά για άλλον, συνώνυμο του παππού.
    Η αρραβωνιαστικά του Δημητρού έμεινε ανύπαντρη.