Ο ΤΟΠΟΣ - Ο ΔΗΜΟΣΙΟΣ ΒΙΟΣ

   Η πόλη των Σαράντα Εκκλησιών βρίσκεται σε απόσταση 30-35 χιλ. από τα σημερινά ελληνοτουρκικά σύνορα, που διαγράφονται από τον ποταμό Έβρο. Ο γεωγραφικός της χώρος είναι η ιστορική Θράκη, γνωστή από αρχαιοτάτων χρόνων, και ας σημειωθεί ότι τη γυναίκα της Θράκης την αποκαλούσαν "Θράσσα".
    Δεσπόζουσα πόλη σε όλη την περιοχή στα χρόνια που μας ενδιαφέρουν, και όχι μόνο, ήταν η Αδριανούπολη και νομίζω πως είναι χρήσιμο να πούμε λίγα λόγια γι'αυτήν, πριν προχωρήσουμε.
    Οι Θράκες την ονόμαζαν Ουσκοδάμα. Οι αρχαίοι Έλληνες Ορεστιάδα, από τον Ορέστη γιο του Ευκρίονος Αγαμέμνωνος. Τέλος, επί του αυτοκράτορας της Ρώμης Πόπλιου Αίλιου Αδριανού δόθηκε το όνομα Αδριανούπολις.
    Η Αδριανούπολη, λοιπόν, κτισμένη δίπλα στον Έβρο ποταμό, στην ανατολική πλευρά του, ήταν από αιώνες κόμβος και κέντρο μεγάλης στρατηγικής σημασίας. Όλοι οι κατά καιρούς εισβολείς έπρεπε να την καταλάβουν, πριν επιχειρήσουν την κάθοδο τους στην Κωνσταντινούπολη και στη θάλασσα. Εκεί, στην Αδριανούπολη, ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου Μαυρίκιος, το 587 μ.Χ., κατατρόπωσε τους Αβάρους. Έως το 1453 ήταν η πρωτεύουσα των Οθωμανών στην Ευρώπη, μέχρι την κατάληψη της Βασιλεύουσας. Εκεί κτίστηκε το μεγαλόπρεπο τζαμί του Σελίμ, ένα λαμπρό οικοδόμημα. Στους Βαλκανικούς πολέμους του 1912 έγιναν σφοδρές μάχες Βουλγάρων και Τούρκων και ο κρότος από τα κανόνια και τις οβίδες - τα τόπια - έφτανε μέχρι τις Σαράντα Εκκλησίες, τις οποίες οι Βούλγαροι κατέλαβαν. Ας αναφερθεί ακόμα πως το 1829 εκεί, στην Αδριανούπολη, υπογράφηκε η "Συνθήκη της Αδριανουπόλεως", που εκτός των άλλων, θέσπισε και την ίδρυση του Ελληνικού Κράτους, με τα σύνορα έως την Άρτα και το Βόλο.
    Σε μια απόσταση 60 χιλ/τρων - στην ευθεία 20-25 χιλ/τρων - από την Αδριανούπολη, ανατολικά, βρίσκονται οι Σαράντα Εκκλησίες, κτισμένες σε δυο υψώματα που χωρίζονται από ένα χείμαρρο, τον Μπουκλουτζά Ντερέ. Η απόσταση από την Κωνσταντινούπολη είναι 170 χιλ/τρα.
    Να, πώς αρχίζει μια περιγραφή τους:

    "Η πόλις Τεσσαρακονταεκκλησίαι κειμένη παρά τας υπωρείας του Μικρού Αίμου, είναι εκτισμένη επί δύο λόγων και διαρρέεται υφ'ενός ασημάντου χειμάρρου. Η θεά αυτής είναι αξιοσημείωτος και μακρόθεν εις τους οφθαλμούς του από το νότιον ιδία μέρος επισκεπτουμένου αυτήν οδοιπόρου, φαίνεται θελκτική και μεγάλη, ο δε ορίζων αυτής, εκτός των βορείων μερών, των περιοριζομένων υπό του Μικρού Αίμου, είναι απέραντος.
    Έχει αέρα καθαρότατον και κλίμα ευκραές και υγιεινόν, περιστοιχίζεται δε πανταχόθεν από πλείστας αμπέλους, ώστε το καλοκαίριον η πόλις αυτή καθίσταται ωραίος περίβολος αμπελώνων και μακρόθεν θέλγει τους οφθαλμούς του θεατού και φαίνεται ότι μαγεύει την φύσιν δια την ζωηρότητα της καταπρασίνου βλαστήσεως της φαινόμενης ως ωραίος ποικιλόχρους αραβικός τάπης, εν τω μεσώ του οποίου είναι κατάφυτα διάφορα οπωροφόρα δένδρα προσθέτοντα νέον γόητρον εις την τεχνητήν ταύτην καλλονήν".

    Πολλές ονομασίες αποδίδονται στην πόλη αυτή: Καρποδαίμων, Ταρπόδιζος, Ηράκλεια, Τζόϊδος. Ο δε χάρτης του Ρήγα Βελεστινλή την αναφέρει σαν Καρποδαίμονα και Ταρπόδιζο. Η πρώτη σημαίνει τόπο που παράγει πολλούς καρπούς.
    Έχουν διατυπωθεί πολλά, αλλά δεν έχει αποσαφηνιστεί με βεβαιότητα, πώς τελικά πήρε την ονομασία "Σαράντα Εκκλησίες" πριν από τον ΙΕ' αιώνα, που σαν τοπωνύμιο γράφεται έτσι, και όχι "40 Εκκλησίες", θεωρείται βέβαια αδύνατον η περιοχή να είχε ποτέ τόσες εκκλησίες. Μια από τις επικρατέστερες απόψεις, είναι ότι η ονομασία προήλθε από το Κιρκλάρ Τακεσί, που θα πει Τεκές - Μοναστήρι - Ασκητήριο των Σαράντα, όπου ζούσαν ή σύχναζαν ή συγκεντρώνονταν

Εικ. 1. Χάρτης “συνταχθείς” μεν υπό Ε/ΚΙΠΕΡΤ, εκδοθείς δε υπό του εν Αθήναις… κλπ… εν Βερολίνω, παρά Διτερίχω Ρέϊμερ, το 1883. Αν και είναι σχετικά νέος, δεν είναι ακριβής ως προς τις Σαράντα Εκκλησίες τουλάχιστον, που αναφέρονται με ερωτηματικό βέβαια, ως Τζόϊδος, κοντά στη Γέννα, το Σκοπό κλπ. πάνω δε ο Σκόπελος. Ακόμα ψηλότερα έχουμε και το τοποωνύμιο Ταρπόδιζος αλλά η δική μας πόλη δε βρίσκεται εκεί. Δίπλα στην Αδριανούπολη γράφεται και το αρχαϊκό της όνομα, Ορεστιάς, σε παρένθεση.

 

Εικ. 2. Από χάρτη της εθνολογικής γραμμής της συνθήκης του Αγίου Στεφάνου, 1878, ο Καζάς των Σαράντα Εκκλησιών.

 

40 δερβίσιδες. Άλλη μια άποψη είναι, από το Κιρκ-Κινίσε, που θα πει 40 ή μεγάλος. Στην καθημερινή κουβέντα την έλεγαν και Κασαμπά και τους κατοίκους Κασαμπαλιώτες. Κασαμπάς σημαίνει πολιτεία. Οι Βούλγαροι την ονομάζουν Λόζεγκραντ, αμπελούπολη και οι Τούρκοι KIRKLARELI.
    Η αρχαία ελληνική ονομασία των Σαράντα Εκκλησιών δεν είναι γνωστή. Πιθανόν να ήταν "Ηράκλεια", η πόλη να βρισκόταν σε μισής ώρας απόσταση από το χωριό Ηρακλείτσα και να καταστράφηκε. Υπάρχουν ερείπια από αρχαίο φρούριο και έχουν βρεθεί σε αμπελώνες διάφορα κεραμικά, τούβλα καμωμένα και με ασβέστη, σιδηρά και αργυρά αντικείμενα. Την εποχή του Βυζαντίου αναφέρεται η Κάραβος (ή το Κάραβον) την τοποθεσία της οποίας δε γνωρίζουμε, αλλά ξέρουμε ότι ήταν έδρα Επισκοπής, όπως θα δούμε παρακάτω. Υπάρχει μια εκδοχή ότι ήταν η αρχαία θρακική πόλη Καρπουδαίμων που πρέπει να συσχετίζεται με τις Σαράντα Εκκλησίες. Έχουν βρεθεί στην περιοχή και χρυσά βυζαντινά νομίσματα, τα οποία είναι πιθανόν να χάθηκαν σε μια καταστρεπτική για τους Βυζαντινούς μάχη υπό τον αυτοκράτορα Νικηφόρο τον Α' με τους Βουλγάρους του Κρούμου που είχε δημιουργήσει πολλά προβλήματα στο Βυζάντιο.
    Από τους τόπους αυτούς πέρασαν πολλές φυλές, οι οποίες απειλούσαν την Κωνσταντινούπολη, Κέλτες, Γότθοι, Αλανοί, Ούνοι, Άβαροι, Σλάβοι, καθώς και οι Σταυροφόροι.
    Τα βυζαντινά φρούρια στην περιοχή ήταν 10, εκ των οποίων τα 6 σε υψηλά σημεία για να ελέγχουν τα σημαντικά περάσματα. Σε όλο το θρακικό χώρο, μέχρι και το Δούναβη, η αμυντική οργάνωση του Βυζαντίου περιελάμβανε 49 περιτειχισμένες πόλεις και 199 φρούρια.
    Ο τόπος μας κατακτήθηκε από το Σουλτάνο Μουράτ τον Α' το 1372. Ο πληθυσμός ήταν τότε λίγος, αλλά σιγά - σιγά αυξήθηκε από κατοίκους της περιοχής, μετά τις λεηλασίες, γύρω στο 1790-1800, από τις συμμορίες των Κιρτζαλίδων της Κιουμουρτζίνας (Κομοτινής). Τις Σαράντα Εκκλησίες δεν μπόρεσαν να τις πατήσουν, γιατί, λέγεται, φοβήθηκαν και έφυγαν όταν είδαν νύχτα τους όρθιους λίθους του οθωμανικού νεκροταφείου, και τους πέρασαν για τούρκους στρατιώτες που ήρθαν από την Αδριανούπολη. Ακόμα, με μετακινήσεις άλλων εθνοτήτων, Εβραίων, Αρμενίων και 2000 σπαχήδων από τη Βεσσαραβία. Ήρθαν και 1000-1200 οικογένειες αλβανόφωνων Ελλήνων από τη Βόρειο Ήπειρο. Βούλγαροι κατέβηκαν προς το τέλος του 17ου αιώνα. Τους μέτοικους αυτούς τους αποκαλούσαν πρόσφυγες - μοατζίρηδες.
    Με αυτό τον τρόπο, γύρω στο 1870, ο πληθυσμός της πόλης αυξήθηκε σημαντικά. Υπάρχουν, θα έλεγα, βάσιμα στοιχεία, που μπορούν να συνθέσουν τον πίνακα:

                              εθνικότητα     κάτοικοι    ποσοστό     σπίτια

ελληνική            6.414             46%         1.266

βουλγαρική        4.148             30              887

οθωμανική          2.584             18             598

εβραϊκή                540               4               72

τσιγγάνοι              342               2               67


                        14.028            100           2.890

    Ένα κείμενο του 1873 αναφέρει την εξής σύνθεση των κατοίκων.

Έλληνες             8.500             50%

Βούλγαροι          4.500             26

Οθωμανοί           3.500              21

Εβραίοι                 500               3


                                                                17.000            100

    Ο Καθηγητής Κ. Βακαλόπουλος, για το 1914, δίνει στο βιβλίο του "Ιστορία του Βόρειου Ελληνισμού - Θράκη", στο οποίο πολλές φορές θα αναφερθώ, τον αριθμό των 20.000.

Έλληνες             9.000              45%

Βούλγαροι          4.000              20

Οθωμανοί            6.000              30

Εβραίοι               1.000               5


                                                       20.000            100

    Μια στατιστική του Οθωμανικού Κράτους του 1901 μας δίνει για τον Κάζα - Υποδιοίκηση των Σαράντα Εκκλησιών, τους ακόλουθους αριθμούς.

Έλληνες              26.000              44%

Βούλγαροι             7.300              12

Οθωμανοί             24.200              40

Εβραίοι                 1.000                2

Αρμένιοι                     80                -

Τσιγγάνοι                 970                2

Ξένοι                        110                -


                                                                   59.660            100

    Μια άλλη του 1906, πάλι για τον ίδιο Κάζα.

Έλληνες                28.711             48%

Οθωμανοί              16.420             27

Βούλγαροι             14.695             25


                                                                    59.826            100

    Βλέπουμε στους τρεις πρώτους πίνακες, που αφορούν την πόλη μόνο, ότι οι Έλληνες πληθαίνουν, από 46% γίνονται 50% και μειώνονται σε 45%. Οι Βούλγαροι φθίνουν, αντίθετα οι Οθωμανοί αυξάνουν το ποσοστό της συμμετοχής τους στον πληθυσμό, από 18%, σε 21% και τελικά σε 30%. θα λέγαμε ότι μεταξύ των αιτίων ήταν η ίδρυση του Βουλγαρικού Κράτους και η άνοδος στην εξουσία των Νεότουρκων, όπως θα δούμε παρακάτω.
    Υπάρχουν και άλλες στατιστικές από τις οποίες γενικά προκύπτει ότι οι Έλληνες πλειοψηφούσαν σε ποσοστό 45-50 στους εκατό και οι χριστιανοί ήταν πάνω από το 65.
    Για να περπατήσει κανείς γύρω-γύρω την πόλη, έλεγαν, χρειαζόταν μια ώρα και 15 λεπτά, άρα η περίμετρος θα ήταν περίπου 6.200 μέτρα. Προκύπτει λοιπόν ότι η διάμετρος της ήταν σχεδόν 2 χιλιόμετρα και το εμβαδόν, περίπου, 3000 στρέμματα.
    Διοικητικά υπαγόταν στη Νομαρχία Αδριανούπολης, μιλάμε για την εποχή της Οθωμανικής κυριαρχίας, και ήταν έδρα Υποδιοίκησης με επικεφαλής Μουτεσαρίφη Α' τάξεως. Την ενδοχώρα αποτελούσαν αρκετά χωριά: Σκοπός, Γένα, Λουλέ Μπουργάζ, Βαβά Εσκή, Σκεπαστό, Πέτρα, Σκόπελος και άλλα. Ο Σκοπός ήταν μια σημαντική κωμόπολη.

Εικ. 3. Τίτλος ιδιοκτησίας. Αφορά οικία στις Σαράντα Εκκλησίες 3200 παλαίουν πήχεων, στη συνοικία VAROS, οδός BOYACIK, με τιμή 13500 (δε λέει το νόμισμα, πρέπει να είναι γρόσια). Έτος 1308 της Εγίρας, δηλ. του 1890. Πωλητής SAVA COVANIDI, αγοραστής NIKOLAKI GUNI-Σάββας Τζωαννίδης-Νικολάκης Τσούνης. VAROS = συνοικία μακρυά από τις μουσουλμανικές, οι οποίες λέγονταν σχαλί. Η γραφή είναι η παλιά αραβική που άρχιζε από τα δεξιά. Στα σχόλια η νέα, με τούς λατινικούς χαρακτήρες που επέβαλε ο Κεμάλ.

    Εκτός από τις καθαρά Κρατικές, Διοικητικές Αρχές, υπήρχαν το Δημαρχείο, Τηλεγραφείο, Ταχυδρομείο, Στρατώνες με δύναμη συνήθως 4 ταγμάτων, Νοσοκομείο, Αποθήκες και λοιπά για την εξυπηρέτηση της περιφέρειας. Κτηματολόγιο τηρούσε η Διοίκηση και υπήρχαν τίτλοι, τα λεγόμενα τάπια. Μην ξεχνάμε ότι και στη Θεσσαλονίκη, μετά την απελευθέρωση της, για το ιδιοκτησιακό καθεστώς χρησίμευσε το τουρκικό Κτηματολόγιο που φυλάγεται στο Ιστορικό Αρχείο Μακεδονίας.
    Όσον αφορά τη δικαιοσύνη θα δούμε λίγα πράγματα παρακάτω, ιδίως στο κεφάλαιο για την Εκκλησία. Υπήρχε και ένας δικηγόρος στις Σαράντα Εκκλησίες που ονομαζόταν Βασίλειος Μελανιών, θα πρέπει να υπήρχαν και δικολάβοι.
    Πάντως, μετά τις μεταρρυθμίσεις - τανζιμάτ του 1830, στις επαρχίες της Ευρωπαϊκής Τουρκίας θεσπίστηκε η συμμετοχή στα Δικαστήρια παραγόντων των εθνικών μειονοτήτων και της Εκκλησίας.
    Και κάποια Τράπεζα, πρέπει να ήταν η BANQUE ΟΤΤΟΜΑΝΕ, θα λειτουργούσε τουλάχιστον τα τελευταία χρόνια. Παλιά κυκλοφορούσαν μόνο μεταλλικά νομίσματα, χρυσές λίρες, μισά, κάρτα, μετζήτια, γρόσια, μεταλλίκια κ.τ.λ. Τις λίρες, λένε, δεν τις μετρούσαν, αλλά τις ζύγιζαν και από το βάρος υπελόγιζαν τον αριθμό τους. Η πίστη εξυπηρετείτο από ιδιώτες τραπεζίτες, τοκογλύφους αν θέλετε, και το χρέος αποδεικνυόταν από το "ομόλογο", η δε πληρωμή του από το "εξοφλητικό". Πόσο ήταν το επιτόκιο - το διάφορο; ίσως και μέχρι 100%.

Εικ. 4. Ομόλογο

 

Εικ. 5. Εξοφλητικό

 

Τοπική εφημερίδα δε φαίνεται να υπήρξε ποτέ. Στην Αδριανούπολη έβγαινε η εφημερίδα "Έβρος" μέχρι την εκκένωση το 1922, από το τυπογραφείο του Βαφειάδη, το οποίο τύπωνε στα ελληνικά τα έντυπα των Κοινοτήτων. Τα απολυτήρια του Ζαππείου έχουν και τη σχετική ένδειξη. Τα μέσα μαζικής ενημέρωσης ήταν οι κήρυκες, οι τελάληδες δηλαδή, που ανακοίνωναν με τη δυνατή φωνή τους, διαταγές, πληροφορίες και διαφημίσεις ακόμη.
    Οι πόλεις και τα μεγάλα χωριά συνδέονταν, από το 1870-80, με σιδηρόδρομο και για τις μικρές αποστάσεις και τα γύρω χωριά, χρησιμοποιούσαν κάρα ή ζώα. Υπήρχαν και λαντώ, τα ταξί της εποχής.

Εικ. 6-7. Τα μέσα μεταφοράς, αμάξι και άλογο. Ο Νίκος Χατζηγιαννάκης με ενδυμασία ιππέως και με αδιάβροχο και γαλότσες για τις λάσπες. Φωτογραφίες των τελευταίων ετών, πριν από την ανταλλαγή.

 

Τα σπίτια ήταν κτισμένα με πέτρα εν όλω ή εν μέρει και εν συνεχεία με σκελετό ξύλινο ή ολόκληρα με καδρόνια. Είχαν τοίχους από καλαμωτή με σουβά, τα πατώματα στηρίζονταν σε καδρόνια, άφηναν χαραμάδες και έμπαζαν κρύο. Διέθεταν και στέρνες για τη συλλογή βρόχινου νερού για πλύση και λούσιμο. Όπως τα σπίτια της παλιάς Θεσσαλονίκης στην Άνω Πόλη, μερικά από τα οποία ακόμη διατηρούνται, ερείπια ή αναπαλαιωμένα. Ήταν πολύ εύφλεκτα και μπορούσαν να καούν σε μια πυρκαγιά ολόκληρες συνοικίες, παρά τις προσπάθειες των νεροκουβαλητών, των τουλουμπατζήδων. Ήταν και πυκνά κτισμένα, το ένα κολλητά στο άλλο.     Η ξυλεία ερχόταν από το Βασιλικό της Μαύρης θάλασσας, ένα χωριό, μικρό βυζαντινό λιμάνι, που ανήκε στον Κάζα της Αγαθούπολης και υπαγόταν μέχρι τους βαλκανικούς πολέμους του 1913 στο Σαντζάκι των Σαράντα Εκκλησιών. Μετά παραχωρήθηκε στη Βουλγαρία. Τα τελευταία χρόνια άρχισαν να κτίζονται περισσότερο γερά και ασφαλή σπίτια, ιδίως στο Μπαΐρ που ήταν η καλύτερη συνοικία, από τα οποία μερικά σώζονται, όπως το κτίριο της Αστικής Σχολής, που στεγάζει τώρα μια Τεχνική Σχολή.
    Η αγορά είχε περίπου 1000 μαγαζιά, από τα οποία 45 ήταν χάνια, με (Παύλους για τα ζώα και αυτό δείχνει το εύρος της περιοχής που εξυπηρετούσε και ότι ακόμα και τότε χρειάζονταν χώρους στάθμευσης. Παζάρια γίνονταν για τα σιτηρά κάθε Τρίτη και για τα ζώα την Τετάρτη.

Εικ. 8. Έγγραφο αγοράς αλόγου "δια τον αγράμματον γράφω επιτροπικής αυτός δε σταβροπιεί".

 

Παρά την αφθονία κρασιού καπηλειά δεν υπήρχαν. Τη νύχτα, οι πασβάντηδες (νυχτοφύλακες) που περιπολούσαν, φύλαγαν τα μαγαζιά από φωτιές και κλοπές. Στα καθήκοντα τους ήταν και το άναμμα το βράδυ καθώς και το σβήσιμο το πρωΐ των φαναριών του δρόμου, αν υπήρχαν. Μια περιγραφή της αγοράς και της ζωντάνιας της, μας δίνει ένα βιβλίο γραμμένο από έναν απλό μετανάστη στην Αμερική, τον Απόστολο Τζελέπογλου, από το οποίο είναι και το παρακάτω απόσπασμα:

    "ξημέρωσε πρωταπριλιά, ήμερα Τρίτη, Ο Παυλάκης που έμενε μόνος του κατέβηκε απ'το πρωί στο τσαρσί ν'ανοίξει το μπακάλικό του, που ήταν στο κέντρο της αγοράς. Τα τσιράκια του έβγαλαν το μπάγκο με τις μπρούντζινες ζυγαριές, τα κοφίνια γεμάτα με φρέσκα ψάρια που του έφεραν χθες βράδυ οι Γανίτες, ένα βαρέλι ταραμά καθώς και ένα βαρέλι ελιές και τ'αράδιασαν μπροστά στο μαγαζί. Το ένα άρχισε να φωνάζει, φρέσκιες παλαμίδες! ελάτε να πάρτε φρέσκιες παλαμίδες του Μαρμαρά! Σταματούσε το ένα, άρχιζε τ'άλλο με δυνατή φωνή: έχουμε και φρέσκο ρούσσικο ταραμά και μεγάλες καλαματιανές ελιές, ελάτε να πάρτε πριν τελειώσουν... κι'αυτό κρατούσε αδιάκοπα.
    Ο αδελφός του Θωμά, ο Αλέξανδρος, παλληκάρι τότε, έμενε μαζί με τους γονείς του και την παντρεμένη με το Δημητρό Ζαχαρόπουλο αδελφή του Αργυρώ στο μεγάλο σπίτι του, πoυ ήταν χτισμένο πάνω στο ύψος του Καράμουρα. Από κει φαινόταν ο Γκαζχανάς - ένα κτίριο λίγο έξω από την πόλη χτισμένο πάνω στη σόσα πoυ πήγαινε για το Σταθμό. Εκεί μέσα φύλαγαν τα πετρέλαιά τους οι έμποροι γι'ασφάλεια - και η σόσα πήγαινε στο Σταθμό του Βαβά-Εσκή. Μαζί με το γαμπρό του Δημητρό κατέβηκαν κι'αυτοί πρωί-πρωί ν'ανοίξουν τα μαγαζιά τους. Ο Δημητρός είχε κερεστετσάδικο στον Καράμουρα στην πλατεία. Εκεί ερχόταν οι χωρικοί, Έλληνες, Βούλγαροι, Μοατζίρηδες με τα αμάξια τους φορτωμένα ξύλα, αυγά, κότες, βούτυρο, σιτηρά, κάρβουνα και λαχανικά, που τα πουλούσαν στους Κασαμπαλιώτες και με τα χρήματα εκείνα αγόραζαν διάφορα εμπορεύματα και γύριζαν στα χωριά τους.
    Ο Αλέξανδρος είχε πραματευτάδικο και πουλούσε μανιφατούρα. Το μαγαζί του ήταν πλάι στου Παυλάκη. Απέναντι ήταν το μεγάλο Τουρκικό τζαμί με το τσικούρι του, που πήγαιναν οι Τούρκοι έπλεναν τα πόδια τους και έμπαιναν μέσα στο τζαμί να προσκυνήσουν τον Αλλάχ.
    Ο αραστάς με τα μπουλιουρτζίδικα, τα γεμενετζίδικα και τα τσαρουχάδικα ήταν στη μέση της αγοράς. Στο πλάϊ το παλιό τούρκικο χαμάμι που πήγαιναν οι χανούμισσες και έκαναν τα μπάνια τους. Τα ζαρζαβατσίδικα γύρω-τριγύρω. Στη γωνιά ο Οσμάν'ς ο χαλβατζής έστρωνε τους χαλβάδες του, ταχινένιους, σουσαμένιονς, καρυδένιους, πάνω στο τεζιάχι του. Ανακάτωνε και το καζάνι γεμάτο ταχίνι, για να ετοιμάσει πράμα για τη Μεγάλη Βδομάδα που πλησίαζε. Οι λεμπλεμπιτζίδες καβούρντιζαν τα ρεβύθια τους για να κάμουν στραγάλια και λεμπλεμπιά για τους γκιαούρηδες.
    Οι Σαράντα Εκκλησιές ήταν πόλη χωρισμένη σε μαχαλάδες, ο ρωμέϊκος μαχαλάς, ο βουλγάρικος μαχαλάς, ο τούρκικος, ο αρμένικος. Όλοι ζούσαν χωριστά. Τη μέρα μόνο ανακατεύονταν μέσα στο τσαρσί και προσπαθούσαν ο ένας να γελάσει τον άλλον για να βγάλει τη ζήση του. Στο εβραίϊκο τσαρσί, οι Εβραίοι στεκόταν μπροστά στα μαγαζιά τους και φώναζαν στους πελάτες που περνούσαν: "Γιάλα τούκα, τσίτσου" (έλα δω) έλεγαν στους Βουλγάρους. "Μπούγιουρουν χανούμ εφέντη" (περάστε κυρία) έλεγαν στις Τουρκάλες και άκουε κανείς όλες τις γλώσσες.
    Ο Παυλάκης καθόταν και έτρωγε στο γραφείο του ελιές και μια λειτουργιά που έφερε ο παπά-Δαχτάνης και του την πούλησε για λίγο καπνό για το τσιμπούκι του."

    Ας μην παρεξηγήσουμε τον Παπά-Δαχτάνη. Τους ιερείς, ίσως τους συντηρούσαν με τον οβολό τους οι ενορίτες τους και μόνο.
    Εδώ, θα πρέπει να εξηγήσουμε και μερικές λέξεις:

κερεστετσάδικο            θα πει            ξυλάδικο
τσικούρι                                          βρύση
μπουλιούρι                                      ψευδοκόσμημα
σόσα                                              λιθόστρωτος δρόμος, πλακόστρωτος
αραστάς                                          σκεπαστή αγορά, τμήμα αγοράς με ομοειδή μαγαζι

Εικ. 9. Η βρύση της αγοράς, το τσικούρι, που μας αναφέρει ο Απόστολος Τζελέπογλου.

 

 Η οικονομία της περιοχής ήταν γεωργική με σημαντικότερο κλάδο την αμπελουργία. Γύρο από την πόλη οι αμπελώνες εκτείνονταν μέχρι και σε απόσταση 3 ωρών, και ας σημειωθεί ότι μόνον οι χριστιανοί καλλιεργούσαν αμπέλια ενώ οι μουσουλμάνοι περιορίζονταν στα σιτηρά. Και τούτο, διότι η θρησκεία τους απαγόρευε τα οινοπνευματώδη και κατ'επέκταση και την παραγωγή σταφυλιών. Πολλοί είχαν παράλληλα και μια άλλη δουλειά τις ώρες που τους περίσσευαν από τις γεωργικές ασχολίες. Αξιόλογα ανεπτυγμένη ήταν και η κεραμική, η οποία απασχολούσε περί τα 800 άτομα. Άλλωστε τότε, τα οικιακά και αποθηκευτικά σκεύη ήταν κατά κανόνα πήλινα: τσουκάλια, γκιουβέτσια, κιούπια, στάμνες και άλλα. Τα μπακιρένια ήταν επικίνδυνα, μπορούσαν να προκαλέσουν δηλητηρίαση, έστω και αν ήταν καλά γανωμένα - κασσιτερωμένα.

Εικ. 10. Ο Αραστάς, η σκεπαστή αγορά, η οποία επίσης περιγράφεται από τον ίδιο.

 

Η παραγωγή του κρασιού έφτανε τα 100.000 εκατόλιτρα και μεγάλες ποσότητες εξάγονταν στη Γαλλία με ολόκληρους σιδηροδρομικούς συρμούς, υπό την επίβλεψη Γάλλων ειδικών. Ένας μάλιστα, ονόματι Γκουτνάρ, έμενε μόνιμα με την οικογένεια του και ζούσε φιλικότατα με τους εντόπιους.
    Το πόσο σημαντικός ήταν αυτός ο συναλλακτικός δεσμός φαίνεται από το ότι, οι ιερείς στις εκκλησίες, όταν ανέπεμπαν ευχές για ειρήνη, υγεία, ευημερία στη θεία λειτουργία, τις συμπλήρωναν με άλλη μια, δική τους: "και κάνε Θεέ μου τους Γάλλους να έρθουν, να πάρουν τα κρασιά μας".
    Η οικονομική αυτή σχέση με τη Γαλλία συντελούσε, είναι ευνόητο, και στην πολιτιστική καλλιέργεια των κατοίκων. Πολλά σπίτια είχαν γαλλικά έπιπλα, σερβίτσια, ασημικά, πιάνο, και τα παιδιά μάθαιναν μουσική και "γαλλικούκια", που οι καθώς πρέπει δεσποινίδες έλεγαν στους γαμπρούς ότι ήξεραν. Για σπουδές στο εξωτερικό προτιμούσαν το Πανεπιστήμιο του Μονπελιέ.
    Μου είναι γνωστό και το όνομα ενός ο οποίος διατηρούσε και χρήματα στο εξωτερικό και δε νομίζω ότι θα ήταν ο μοναδικός που έκανε "εξαγωγές κεφαλαίων" όπως το λέμε σήμερα.
    Ο καθηγητής Κ. Βακαλόπουλος σημειώνει τα εξής για τον επιχειρηματικό κόσμο:

    "Στο εμπόριο και στην Βιομηχανία της πόλης των Σαράντα Εκκλησιών οι Έλληνες διακρίνονταν ιδιαίτερα. Η αλευροποιία εκπροσωπούνταν από τους μύλους του Δοδόπουλου (μετέπειτα Χατζηπαρασκευά) τον Χατςηγιαννάκη και του Σογιανόπουλου, οι οποίοι διέθεταν σύγχρονα μηχανήματα και εργαλεία. Ο παλαιότερος κυλινδρόμυλος ανήκε στον Δημ. Δοδόπουλο, ο οποίος ήταν ιδιοκτήτης ενός μεγάλου εργοστασίου κονιακοποιΐας. Στις Σαράντα Εκκλησίες λειτουργούσαν και μικρότερα εργοστάσια κονιάκ και ούζου, ιδιοκτησίες των Κ. Ταυρίδη, Αθ. Ναλλίδη, Αθ. Χατζηπαρασκευά, Αθ. Σαρίδη, Σάββα Σκουλίδη, των αδελφών Δημητριάδη και άλλων, αλλά και 4-5 σησαμελαιοτριβεία, χαλβαδοποιεία, ζαχαροπλαστεία, βυρσοδεψεία, κεραμοποιεία, και αγγειοπλαστεία.
    Ιδιαίτερη ανάπτυξη σημείωναν οι κλάδοι της υφαντουργίας και της Υποδηματοποιίας καθώς και το εμπόριο των υφασμάτων και των αποικιακών, που αντιπροσωπεύονταν από τους Ι. Ταστσίδη, Γ. Σοφιανόπουλο, Γ. Ευσταθόπουλο, τους αδελφούς Σταμάτογλου, Νίκογλου και Κομνηνούς, τον Ι. Σύρμα και τον Χατζηαθανασάκη. Στον τραπεζικό τομέα διακρίνονταν τα ονόματα των Δ. Δοδόπουλου, Ι. Σύρμα, Μαζαράκη Κοκκίνου, Ιωάν. Κοκκίνου, Μιχ. Λυκίδου, των αδελφών Φλωρίδου και άλλων."

Εικ. 11. Ο Μύλος του Χατζηγιαννάκη, Το κάρο με τα γεννήματα έχει δύο "αλόγατα".

 

 

 

Εικ. 12. Απόδειξη αποθηκεύσεως εμπορευμάτων στην ψυχραποθήκη των Αφών Μπαλτά, στο Λουλέ Βουργάζ (Αρκαδιούπολη), του 1912. Αξίζει να σημειωθεί ότι είναι στα Ελληνικά.σήμερα θα τη λέγαμε ενεχυρόγραφο. Έχει και κουπόνια για τις παραλαβές. Τα εμπορεύματα μπορούσαν να ενεχυρασθούν για λήψη δανείου.
Ο μύλος του Μπαλτά και τα ψυγεία ήταν στο Λουλέ Βουργάζ. Στις Σαράντα Εκκλησίες είχαν μεγάλες αποθήκες σιτηρών, όπως και σε όλη την Ανατολική Θράκη. Πάγος δε διαπιστώθηκε ότι στελνόταν και στις Σαράντα Εκκλησίες.

 

Εικ. 13. Η πίσω όψη της αποδείξεως αποθηκεύσεως.

Ο Λαδόπουλος στο μύλο, που είχε 24 ζεύγη κυλινδρόμυλων και ήταν μέρος ενός βιομηχανικού συγκροτήματος, σε έναν τοίχο, είχε βάλει την (καπιταλιστική) επιγραφή:

  "Των στρατηγών τα τρόπαια, στήλαι ή πυραμίδες όσα ποτέ, ω θεατά, με θάμβος ίσως είδες, μνήμην διαιωνίζουσι θανάτων ή
        δουλείας. Αλλά τα καταστήματα της βιομηχανίας παρέχουσιν εις τον λαόν τροφήν και εργασίαν. Κτήμα ενθέρμου ζηλωτής
        κοινωνικής προόδου επ'ευρυτέρου μέλλοντος προΐσταμαι εισόδου, του Θρακικού πολιτισμού τας απαρχάς προσφέρων και τ'
        όνομα του κτήτορος εις τους αιώνας φέρων."   

    Ο ίδιος, έλεγε, ότι είχε φέρει πρώτος ποδήλατο, αυτοκίνητο και γεννήτρια ηλεκτρισμού για τα εργοστάσια. Τα παράθυρα τους όταν σκοτείνιαζε, φωτίζονταν όλα μαζί την ίδια στιγμή και ο κόσμος μαζευόταν να σεργιανίσει, να κάνει χάζι, κατά την τοπική έκφραση.
    Οι συντεχνίες - ρουσφέτια ή εσνάφια - ήταν καλά οργανωμένες οικονομικές και πνευματικές Ενώσεις. Ανήκαν σ'αυτές επαγγελματίες εγκατεστημένοι στην περιοχή, που προτείνονταν από τους μαστόρους τους και επικεφαλής είχαν τους πρωτομαΐστορες, που ουσιαστικά έπαιρναν τις αποφάσεις. Οι ποινές μάλιστα που επιβάλλονταν στα μέλη τους, όταν έπεφταν σε παραπτώματα, ήταν η προσφορά ποσοτήτων κεριού στις εκκλησίες. Κατώτερη θέση στο επάγγελμα είχαν οι μάστορες, οι πρωτοκαλφάδες, οι καλφάδες και στο τέλος οι μαθητευόμενοι. Τα τσιράκια, αν ήταν από τα γύρω χωριά, έμεναν στο σπίτι του μάστορα - αφεντικού - κηδεμόνα τους, οικότροφα. Οι συντεχνίες ήταν αναγνωρισμένες Ενώσεις, είχαν καταστατικά, έκαναν τις Γενικές Συνελεύσεις τους και κάθε χρόνο αρτοκλασία την ημέρα του προστάτη Άγιου τους, κόλλυβα, και κερνούσαν τους προσκεκλημένους. Είχαν σημαντική επιρροή στις εκλογές των προκρίτων και ήταν πρόθυμοι να χρηματοδοτήσουν κάθε αγαθό και θεάρεστο έργο, μέχρι που εξαγόραζαν και ελευθέρωναν δούλους και αιχμαλώτους. Ήταν καλοί χορηγοί, θα λέγαμε σήμερα. Στις Σαράντα Εκκλησίες η πολυπληθέστερη συντεχνία ήταν των κεραμιτζήδων με προστάτη τον Άγιο Σπυρίδωνα. Οι υποδηματοποιοί είχαν αδελφότητα με τον τίτλο "Αγάπη".
    Στις αρχές του 17ου αιώνα οι βαφείς των Σαράντα Εκκλησιών εξαναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν στην Κωνσταντινούπολη, όπου συγκεντρώθηκαν στο Μπογιατζήκιοϊ, στο Βόσπορο.
    Τα τελευταία χρόνια υπήρχαν, κυρίως για το εμπόριο, και διπλωματικές αντιπροσωπείες, και συγκεκριμένα τρία Προξενικά Πρακτορεία, της Γαλλίας, της Αυστροουγγαρίας και από το 1880 και της Ελλάδος, που όμως είχε άλλους πρωτεύοντες σκοπούς, για τους οποίους θα μιλήσουμε παρακάτω.
    Οι γιατροί Κ. Χατζηγιαννάκης, Δημ. Ταυρίδης, Κ. Κεραμεύς, Σοφ. Τζελέμπογλου, εντόπιοι, και ο Ηπειρώτης Γουλιέλμος Πατρικόπουλος φρόντιζαν για την υγεία. Οι πρόγονοι του τελευταίου είχαν έλθει από την Ήπειρο πριν από πολλά χρόνια και ένας Κ. Πατρικόπουλος αναφέρεται σαν δάσκαλος, κατά περιόδους από το 1854 έως το 1880. Υπήρχαν ακόμα 1 δημαρχιακός γιατρός, 5 στρατιωτικοί και 1 οδοντογιατρός. Τότε όλοι θεράπευαν πάσαν νόσον, ασκώντας όλες τις ειδικότητες που υπήρχαν ή δεν υπήρχαν ακόμα.

Εικ. 14. Ο γιατρός Κωνστ. Χατζηγιαννάκης. Φωτογραφία του 1920-22.

 

Εικ. 15. Ο γιατρός Κωνσταντίνος Κεραμεύς σε φωτογραφία του έτους 1920 περίπου, από το φωτογράφο των Σαράντα Εκκλησιών Αχιλλέα Ζωηρό.

 

 Αλλά οι γιατροί, με το επίσημο ντύσιμο τους, το παρουσιαστικό τους, τη γενικότερη μόρφωση, την αίγλη τους, το ήθος και την ανθρωπιά τους, κατάφερναν και στήριζαν τον κόσμο και αποτελούσαν σημαντικούς, από κάθε πλευρά, κοινωνικούς παράγοντες. Υπήρχε και η λέξη που τους προσδιόριζε: Ιατροφιλόσοφος. Η ιατρική ήταν "τέχνη" και ίσως καθόλου "τεχνική".

Εικ. 16. Η άδεια ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος στην Ελλάδα, του Κωνστ. Κεραμέως. Σπούδασε στη Λειψία από το 1884 μέχρι το 1889 και πήρε διδακτορικό. Το όνομα της οικογένειας ήταν Κερεμιτζόγλου· όταν ο Κωνσταντίνος σπούδαζε το άλλαξε σε Κεραμεύς. Εκείνη την εποχή υπήρχε η συνήθεια να γίνονται τέτοιες αλλαγές για περισσότερο ελληνικοποιημένα επίθετα πάντα με άδεια του Μητροπολίτη.

 

 

 

 

 

Εικ. 17. Η άδεια ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, από το Πανεπιστήμιο Κωνσταντινουπόλεως, του Κωνσταντίνου Κεραμέως, στα τουρκικά και στα γαλλικά. Έτος 1889.

 

Εικ. 18. Ο φαρμακοποιός Αριστ. Κάζης.

 

Ισάριθμα ήταν και τα Φαρμακεία των Αριστ. Κάζη, Π. Μουριάδου, Π. Ευκλείδη και του παππού μου Ιωάν. Αναστασιάδη (του Γιάγκου του Σπετσάρ) που καταγόταν από το Σκοπό. Κάθε γιατρός συνεργαζόταν με ένα Φαρμακείο, όπου έβλεπε τους ασθενείς, ενώ για τις επισκέψεις του στα χωριά χρησιμοποιούσε άλογο. Ο σπετσάρ'ς, όπως στην καθημερινή γλώσσα έλεγαν το φαρμακοποιό, εκτελούσε τις συνταγές στο εργαστήριο του με τα υλικά, σιρόπια με αφεψήματα βοτάνων, σκονάκια ή χαπάκια από μάζα ζυμωμένη και δουλεμένη στο γουδί. Στα ράφια ήταν αραδιασμένα τα βάζα και τα γουδιά από πορσελάνη, κατά μέγεθος. Τις πρώτες ύλες, τα βότανα, τις μάζευαν και τις έφερναν χωρικοί το καλοκαίρι.

Εικ. 19. Ο Κωνσταντίνος Κεραμεύς με το κόκκινο άλογό του, με το οποίο πήγαινε στα χωριά. Φωτογραφία του έτους 1880/1889.

 

 Άλλοι Σαρανταεκκλησιώτες, οι Χρηστίδης, Σοφ. Δαδάκης, Γεώργ. Κόκκινος αναφέρονται σαν γιατροί και σαν φαρμακοποιός ο Ιωάν. Δασκαλόπουλος. Ο Ταυρίδης το 1920 ήταν εξόριστος από τους Τούρκους, ο δε Γεώργιος Κόκκινος είχε διατελέσει πρόξενος της Μεγάλης Βρεττανίας στην Αλεξάνδρεια.
    Ο κοσμάκης άφηνε τη μάταιη ετούτη ζωή χωρίς μεγάλη προσπάθεια, αφού σε όλη την υφήλιο τότε, η ιατρική βασιζόταν στην κλινική εξέταση και η φαρμακευτική στα βότανα. Έτσι, όταν έφευγε ο άνθρωπος, έλεγαν ότι αιτία ήταν: "συγκοπή καρδίας", "μπερδεύτηκε το άντερο", "έβγαλε τη χρυσή και πάει", "του ήρθε ταμπλάς", "έσπασε το σκουλήκι", "κάηκε από τον πυρετό", "έβγαλε κακό σπυρί", "μολύνθηκε το αίμα του" και άλλα παρόμοια, ή απλά-απλά "ήρτε η ώρα του". Τα γιατροσόφια αλλά και πολλές οδηγίες των γιατρών ήταν το καθάρσιο, οι βεντούζες σκέτες ή κοφτές, οι βδέλλες για την αφαίμαξη, τα καταπλάσματα με λιναρόσπορο ή δεν ξέρω με τι άλλο, τα ζεστά κεραμίδια ή πίτυρα σε σακκούλες στο στήθος για τα κρυολογήματα, τα ψημένα ή στουμπισμένα κρεμμύδια για τα χτυπήματα, ο λαππάς, το λουκούμι για να τραβούν το πύον, και πολλά άλλα. Μήπως και οι κουρείς δε θα είχαν κάποιο ρόλο στις αφαιμάξεις, στις εξαγωγές δοντιών με αντισηπτικό το αλάτι και στα βουζούνια; Πολύ αποτελεσματική θεωρούσαν την εφίδρωση. Στη Στενήμαχο μάλιστα, φούρνιζαν τον ασθενή σε ανάλογα ζεσταμένο φούρνο και μετά τον έτριβαν γερά.
    Δεν παρέλειπαν να κάνουν ξόρκια και να φωνάζουν τον παπά για μια ευχή. Τους "δαιμονισμένους" τους έδεναν με χαλκάδες μέσα στις εκκλησίες.
    Οι γυναίκες γεννούσαν με τη βοήθεια μιας μαμής και άλλων προχωρημένης ηλικίας έμπειρων γυναικών. Μέσα στις μεθόδους τους ήταν να βάζουν τη γυναίκα να πιάνεται από τα κάγκελα του κρεβατιού και να σφίγγεται ή να φυσάει μέσα σε ένα άδειο μπουκάλι, ώστε να διευκολύνεται το γλίστρημα του εμβρύου. Έστελναν και φώναζαν γιατρό μόνον όταν τα πρακτικά που ήξεραν τελείωναν, χωρίς το ευχάριστο αποτέλεσμα. Έτσι, οι απώλειες γυναικών και παιδιών στις γέννες ήταν, με τα σημερινά δεδομένα, μεγάλες.
    Αναφέρεται παραπάνω ότι υπήρχε και ένα Νοσοκομείο. Τι μπορούσε άραγε να προσφέρει; Είχε τη δυνατότητα χειρουργικών επεμβάσεων; Η απάντηση είναι: όχι. Υπάρχουν εν προκειμένω τα εξής περιστατικά. Κάποιος αρρώστησε, η εξέταση διαπίστωσε σκωληκοειδίτιδα και η συμβουλή του γιατρού ήταν να μεταφερθεί ο ασθενής στην Κωνσταντινούπολη, στο νοσοκομείο του Μπαλουκλή, για να χειρουργηθεί. Η μεταφορά, το ταξίδι, πήρε 16 ώρες και όταν έφτασε ο ασθενής, είχε γίνει περιτονίτις. Οι γιατροί δεν ήθελαν να χειρουργήσουν, θεωρώντας ότι ο ασθενής ήταν ξεγραμμένος. Τέλος, αφού εξήγησαν στους συνοδούς και στον ίδιο ότι δε γλύτωνε με τίποτα, με ευθύνη αυτών, έγινε η επέμβαση. Την επομένη ο ασθενής ζήτησε να φάει, του έδωσαν μια σούπα, αν και δεν έπρεπε, με την πεποίθηση ότι ούτως ή άλλως θα πέθαινε. Την άλλη μέρα ζήτησε κανονικό φαγητό και με την ίδια σκέψη του έδωσαν. Τελικά ο ασθενής βγήκε υγιής από το Νοσοκομείο αφήνοντας έκπληκτους τους γιατρούς που τον χειρούργησαν. Κάτι τέτοιοι εξευτελίζουν την επιστήμη, είπαν.
    Το δεύτερο περιστατικό αφορά τη σύζυγο του γιατρού Χατζηγιαννάκη, η οποία αρρώστησε από βαριά ωτίτιδα. Δεν πρόλαβαν να τη μεταφέρουν στην Κωνσταντινούπολη για να χειρουργηθεί και πέθανε. Ο γιατρός έκτοτε έπαυσε να ασκεί την επιστήμη του και ασχολήθηκε με την αλευροβιομηχανία.
    Να, πώς φύλαγαν τα χρήματα τους και πώς κρατούσαν τους λογαριασμούς τους, σύμφωνα με τη διήγηση του γνωστού μας ήδη, Απόστολου Τζελέμπογλου.

    "Πίσω από την κρεββατοκάμαρα του παππού ήταν ένα κελλάρι. Εκεί έκρυβε το βιό του. Μέσα σ'αυτό, στη γωνιά, κάτω από διπλωμένα χαλιά και συντζαντέδες υφασμένους και ιστορημένους, στο λάκκο του σπιτιού είχε βάλει ο παππούς την κάσα του με τα χρήματά του, εφτασφράγιστη και καλοκλειδωμένη. Το κλειδί το είχε κρεμασμένο με μια αλυσίδα στο λαιμό του. Όταν πρωτομηνιά μάζευε τα εισοδήματά του από τα ενοίκια των κτημάτων, άνοιγε την κάσα, τα έβαζε μέσα σε πάνινες σακκούλες και την ξανακλείδωνε. Όλη η ιεροτελεστία αυτή γίνονταν σιωπηλά, χωρίς ξένο μάτι να φτάνει ως εκεί, στ'άδυτά του. Όταν πάλι ήθελε να πληρώσει τους εργάτες, τους "μπαγτζήδες", που τσάπιζαν ένα γύρω όλη την αμπελούπολη κι'εργάζονταν στ'αμπέλια του, εγώ έκανα τους λογαριασμούς του και τον βοηθούσα να τους μετρήσει τα ημερομίσθια, το διάφορό τους.
    Η κάσα είχε μέσα πέντε σακκούλες. Η κάθε μια με διαφορετικά χρήματα. Λίρες τούρκικες, ναπολεόνια, λίρες αγγλικές, μετζήτια και σουλταμαμούτια και γρόσια ασημένια και μεταλλίκια. Η κάθε σακκούλα είχε και ένα χαρτί που έγραφε πόσα χρήματα είχε μέσα στο κάθε σακούλι. Στο χαρτί αυτό αφαιρούσαμε ή προσθέταμε το ποσό που πληρώναμε ή που εισπράτταμε. Στη σακκούλα που περιείχε τις τούρκικες λίρες ήταν και μια σημείωση που έγραφε: "Οι είκοσι λίρες είναι η προίκα της Αννιώς". Την Αννιώ που τόσο πιστά τον δούλευε, συντηρούσε το σπίτι, κι'αντιπροσώπευε την μακαρίτισσα τη γιαγιά μου που μας αφήκε χρόνους κηδεύοντας το παλληκάρι της το μοναδικό, την ενοιαζόταν, τη φρόντιζε και της αφιέρωνε ενα ποσό χρυσές λίρες για τ'άγνωστο μέλλον της. Έτσι όταν είχα τελειώσει πια την τρίτη τάξη και πλησίαζα να τελειώσω και την τετάρτη τάξη, παντρεύτηκε η Αννιώ, παίρνοντας προίκα τις 20 λίρες."

συντζεντές, είναι το μακρόστενο χαλί, ο διάδρομος.

    Λάκκος σημαίνει εδώ αποθήκη και θα πρόκειται για την πρόχειρη κάσα τους. Τα αποθησαυρισμένα, χρυσές λίρες και διαμαντικά, μεταξύ των οποίων ήταν και ρώσσικα κοσμήματα με διαμάντια ή μπριγιάν, τα έθαβαν μέσα σε σιδερένια κουτιά σε διάφορα σημεία, ώστε η ανεύρεση τους από άλλους να ήταν δύσκολη. Σαν τους θησαυρούς των πειρατών, ας πούμε.
    Οι Τούρκοι ήταν κατακτητές, το κράτος τους ήταν πολυεθνικό, μα είναι αλήθεια ότι είχαν δώσει στα υπόδουλα σ'αυτούς Έθνη δικαιώματα αυτοδιοίκησης. Έχοντας δε υπ'όψη, ότι ο χριστιανικός πληθυσμός (Έλληνες, Βούλγαροι, Αρμένιοι) ήταν στη Θράκη η πλειοψηφία, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι η περιοχή, οι κάτοικοί της, είχαν τη δυνατότητα να ρυθμίζουν οι ίδιοι, ένα μέρος τουλάχιστον, από. τα θέματα που τους αφορούσαν. Πιθανόν και η ελληνική γλώσσα να γινόταν δεκτή σαν επίσημη, καθώς υπάρχουν συμφωνητικά, συμβόλαια για την αγοραπωλησία ακινήτων και άλλα έγγραφα στα ελληνικά, με τούρκικα χαρτόσημα μάλιστα.
    Οι πλούσιοι δε, είχαν και τις βούλες τους, το σήμα, το οικόσημό τους, με τις οποίες σφράγιζαν τα γραφτά τους για απόδειξη της αυθεντικότητας. Ήταν ασημένιες με τα αρχικά του ονόματος.

Εικ. 20. Πωλητήριο έγγραφο, ιδιωτικό. Συμβολαιογράφοι δεν υπήρχαν ακόμη. Αξίζει να προσέξουμε τα καλλιγραφικά γράμματα και πως έγραφαν τα: εις-ει-στ. Οι ενδιαφερόμενοι κατέθεταν στον Ιεροδικαστή (Καδή) τα συμφωνητικά και οτιδήποτε άλλο π.χ. την απόδειξη πληρωμής του σχετικού φόρου, το εξοφλητικό του τιμήματος κ.τ.λ. Ο Ιεροδικαστής έκανε έναν έλεγχο των δικαιολογητικών και εξέδιδε το τακρίριο, που μνημονεύεται στο κείμενο, το οποίο διαβίβαζε με τα λοιπά δικαιολογητικά στην Κωνσταντινούπολη, στο κτηματολόγιο της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Γινόταν η μεταγραφή του κτήματος, εκδιδόταν ο οριστικός τίτλος, το λεγόμενο ταπί, στελνόταν στην τοπική αρχή του κτηματολογίου και παραδινόταν στο δικαιούχο.

    Η πολιτική της ανοχής άλλαξε με το Νεοτουρκικό Κράτος. Η αρχή της αλλαγής είχε διαφανεί από τις αρχές του 19ου αιώνα, με την παρακμή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Μετά την Ελληνική Επανάσταση και τη Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου (1878), ο εθνικισμός των Τούρκων πήρε διαστάσεις και κατέληξε στην Επανάσταση των Νεότουρκων. Η πολιτική τους έγινε εκτουρκιστική και αφομοιωτική, με τα εργατικά τάγματα, τις απελάσεις, τους εκτοπισμούς σε απρόσιτες περιοχές της Μικράς Ασίας και την οικονομική εξόντωση.
    Στην περιοχή μας, τις χειρότερες διώξεις υπέστησαν οι Σκοπινοί, οι κάτοικοι του Σκοπού, το 1915. Τους σκόρπισαν στη Θράκη και στη Μικρά Ασία, από όπου ούτε οι μισοί γύρισαν.
    Η φορολογία του Σουλτάνου ήταν βαριά και ακόμα βαρύτερη για τους "άπιστους". Αυξομειωνόταν δε ανάλογα με την πολιτική και οικονομική κατάσταση. Εκτός από τη δεκάτη επί της γεωργικής παραγωγής, που το ποσοστό δέκα ήταν συνήθως δώδεκα στα εκατό, ήταν ο φόρος επιτηδεύματος, των ζώων - να τον πούμε τέλη κυκλοφορίας; - και της οδοποιίας. Αλλά, έργα και δρόμοι γίνονταν μόνο στις πλατείες και στις τούρκικες συνοικίες. Η φορολογία της αμπελουργίας ήταν και στην καλλιεργούμενη έκταση και στην παραγωγή σταφυλιών και βάρυνε μόνον τους χριστιανούς, διότι όπως ήδη είπαμε, οι μουσουλμάνοι δεν καταγίνονταν με αυτήν. Ήταν και οι ραγιάδικοι φόροι, ο κεφαλικός, το χαράτσι, όπως και ο στρατιωτικός για μη υπηρεσία στο στρατό, ο οποίος καταργήθηκε από τους Νεότουρκους, αφού έκαναν τη θητεία υποχρεωτική για όλους.
    Τα εργατικά τάγματα εξαναγκάζονταν σε εξουθενωτική δουλειά και ζούσαν κάτω από απάνθρωπες συνθήκες, με πολλούς θανάτους. Οι Θρακιώτες χρησιμοποιήθηκαν, εν όψει και των στρατιωτικών επιχειρήσεων, κυρίως στην περιοχή της Καλλίπολης.
    Παράλληλα, γίνονταν και μετακινήσεις μουσουλμανικού πληθυσμού προς τη Θράκη για την αλλοίωση του εθνολογικού της χαρακτήρα. Πολλοί από τους νέους στην ηλικία χριστιανούς, έφευγαν λαθραία για να γλυτώσουν την επιστράτευση. Κατέφευγαν στην Ελλάδα, στη Βουλγαρία προς βορρά, ή στην Αμερική που είχε αρχίσει να προσελκύει μετανάστες. Άλλοι χρησιμοποιούσαν τους γνωστούς πλάγιους τρόπους, το μπαχτσίς, τα φακελλάκια. Έχουν διασωθεί πολλά τέτοια περιστατικά, ένα από τα οποία παραθέτω. Ένας επιστρατευμένος, που βρισκόταν με τη μονάδα του προσωρινά στην Πόλη, ειδοποίησε τους δικούς του και αμέσως ο αδελφός του κατέβηκε εκεί. Πλησίασε, για να τον γλυτώσει, έναν Τούρκο ανώτερο στρατιωτικό γιατρό και του έδωσε ένα σακκουλάκι λίρες. Ο γιατρός σύστησε, ο στρατιώτης να παρουσιαστεί την επομένη στην αναφορά, αφού πάρει κρυφά από βραδύς ρετσινόλαδο για να περάσει μια άσχημη νύχτα, ώστε το πρωί να φαίνεται πτώμα. Έτσι έγινε. Ο γιατρός το πρωί έκανε επιθεώρηση στη μονάδα - η οποία επρόκειτο σε δύο μέρες να σταλεί στη Μικρά Ασία - έβγαλε το στρατιώτη για το Νοσοκομείο και από εκεί, τον απέλυσε από το στρατό. Ο δικός μας έμεινε πάνω από ένα χρόνο σαν πολίτης στην Κωνσταντινούπολη, για να μη δημιουργηθεί ζήτημα με την επιστροφή του στις Σαράντα Εκκλησίες.
    Αυτός μεν γλύτωσε αλλά πολλοί, οι περισσότεροι, άφησαν τα κοκκαλάκια τους εκεί που τους έστειλαν. Ήταν οι φτωχοί και οι ταπεινοί, όπως πάντα.
    Και να σκεφθεί κανείς ότι η επανάσταση των Νεότουρκων έγινε για να οδηγήσει τη χωρά τους σε αναγέννηση με ελευθερία, ισότητα και αδελφοσύνη. Δεν πέτυχε όμως τους σκοπούς της λόγω της φασιστικής νοοτροπίας που επικράτησε, όπως συνήθως γίνεται σ'αυτές τις περιπτώσεις. Αντί να συμφιλιώσει τους λαούς της Αυτοκρατορίας, τους έφερε σε βαθύτερο χάσμα και μίσος, τα οποία την έσυραν σε διάλυση. Την αλλαγή αυτή που έφεραν οι Νεότουρκοι στην πατρίδα του, αφηγείται ένας Τσανακαλιώτης, ο Θεμιστοκλής Χατζηκωνσταντίνου, σε ένα συγκινητικό βιβλίο του για το Τσανάκαλε, ως εξής:

    "Αυτά όμως δεν βάσταξαν μετά την εμφάνισιν των Νεοτούρκων. Με την προπαγάνδα των, τον σωβινισμόν των και το μίσος των ήρχισαν σιγά σιγά να επηρεάζουν τους Τούρκους της πατρίδος μας. Διέβαλλαν συνεχώς το ξένο στοιχείο ιδία τους Ρωμηούς και Αρμενίους, με κάθε τρόπον προσπαθούσαν να μας φέρουν αντιμέτωπους, εκμεταλλευόντουσαν τα πατριωτικά αλλά προ παντός τα θρησκευτικά των αισθήματα ώστε δεν πέρασε πάρα πολύς καιρός που οι άλλοτε φίλοι μας Τούρκοι συμπατριώται που μαζί των τρώγαμε έως τότε γλυκό ψωμί να ξυπνήσουν μια μέρα διαφορετικοί, εχθρικοί.
    Η προπαγάνδα των Νεοτούρκων εκέρδιζε συνεχώς έδαφος. Χοτζάδες, δερβισάδες και διάφοροι άλλοι που μπορούσαν να επηρεάζουν δεν έπαυαν να υποδαυλίζουν την εχθρότητα, το μίσος εναντίον μας. Έτσι με το πιπίλισμα αυτό του μυαλού των οι άλλοτε αγαθοί Τούρκοι έγιναν Τούρκοι με όλην την ευρείαν σημασίαν της λέξεως. Η ψυχική των διάβρωοις είχε αρχίσει ήδη έντονη. Η παληά διαχυτικότης των η οικειότης των το Σελάμ-Αλέκομ (καλημέρα αδελφέ μου) όλα αυτά έγιναν παρελθόν. Μας έβλεπαν πλέον λοξά, ύποπτα δια τον κανθού τον οφθαλμού των. Η ψυχολογία του όχλου βλέπετε αυτή είναι.
    Ως και αυτά τα Τουρκάκια των 5-10 ετών εφανατίσθησαν. Ενθυμούμαι μια προσωπική μου εμπειρία σχετικώς.
    Επήγαινα μια μέρα στο μαγαζί του Πατέρα μου φορώντας το ψάθινο καπέλλο μου μάλιστα με μια κορδέλλα που ως εσυνηθίζετο τότε ετύπωναν επάνω της διάφορα ονόματα που αναφέροντο ιδία σε πολεμικά μας πλοία Πάνθηρ, Βέλος π.χ. ή σε κάτι άλλο. Το δικό μου καθώς ενθυμούμαι έγραφε "Αβέρωφ". Περνούσα αμέριμνος από τον Τουρκομαχαλά. Αμέριμνος χωρίς καμιά υποψία. Άλλωστε έτσι περνούσα σχεδόν κάθε μέρα από τον μαχαλά τους χωρίς ποτέ να μου συμβή το παραμικρό. Όταν για μια στιγμή με περικυκλώνει μια ομάδα από τα φανατισμένα πλέον Τουρκάκια με αρπάζουν και άρχισαν να με κτυπούν όσο πιo δυνατά μπορούσαν. Με μαύρισαν στο ξύλο κυριολεκτικά. Μόλις βρήκα ευκαιρία τους ξέφυγα και τρέχοντας όσο πιο γρήγορα μπορούσα έφτασα στο μαγαζί μας σε κακό χάλι. Ο μακαρίτης πατέρας μου με χάϊδεψε, με φίλησε για να με καθησυχάση και παίρνοντάς με από το χέρι πήγαμε και μ'αγόρασε φέσι. Αυτό συνέβη και σε μερικά άλλα παιδιά. Σε δύο-τρεις μέρες στο σχολείο μας είπαν οι δάσκαλοι μας να βάλουμε φέσια.
    Εγώ ήδη το φορούσα.
    Η λανθάνουσα αυτή κατάστασις γύρω από τις άλλες φιλικές σχέσεις Ρωμηών και Τούρκων ενετάθη ακόμη περισσότερον μετά τους νικηφόρους πολέμους του 1912. Βαρέως έφεραν την ήττα των. Και σαν πρώτη εκδήλωση των εκήρυξαν μποϋκοτάζ στα Ρωμέϊκα μαγαζιά. Κανείς Τούρκος δεν επετρέπετο να αγοράζει από Χριστιανούς ούτε ένα μεταλίκι πράγμα. Ζανταρμάδες κυκλοφορούσαν ιδίως στην αγορά αποτρέποντας τους ομοεθνείς των και να εισέρχονται έστω στα μαγαζιά μας. Αυτό βέβαια είχε ένα αντίκτυπο στις δουλειές των δικών μας. Αλλά δεν χωρούσε αντίδρασις.
    Από δω και πέρα μέχρι το 1914 η ξένοιαστη, η ειδυλλιακή ζωή των Τσανακαλιωτών άρχισε να γίνεται δύσκολη. Όχι πως είχαν αρχίσει εκβιασμούς, διώκεις και τα τοιαύτα. Πότε πότε ένας πετροπόλεμος μεταξύ των παιδιών. Με φόβο να περάσης από τους μαχαλάδες τους, με φόβο να τους κοιτάξης μήπως παρεξηγηθής, με φόβο να πας στο αμπέλι σου στις εξοχές κ.τ.λ. Νωρίς, νωρίς μαζευόντουσαν όλοι στα σπίτια τους. Ο φόρος συνείχε τα πάντα. Ένας φόβος χωρίς όριον."

κανθός, είναι η άκρη, οι γωνίες των ματιών.

    Και αυτά παρά τη γνώμη που επικρατούσε ότι οι Τούρκοι της Θράκης και των παράλιων περιοχών, σαν άτομα ή ακόμα και σαν πλήθος, λαός, ήταν λιγότερο φανατικοί από εκείνους που κατοικούσαν στα βάθη της Μικρός Ασίας, οι οποίοι δέχονταν λιγότερες επιδράσεις και είχαν βραδύτερη εξέλιξη.
    Πάντως, το να φορούν τα ελληνόπουλα στα καπέλα τους ταινίες με τα ονόματα πολεμικών πλοίων της Ελλάδος μέσα στην Οθωμανική Επικράτεια, ήταν περισσότερο από τολμηρό.
    Μια που έγινε αναφορά στους πετροπόλεμους, θα πω ότι και στις Σαράντα Εκκλησίες αυτές οι παλικαροσύνες ήταν τακτικές, όχι μόνον ανάμεσα σε Τουρκάκια και Ελληνάκια, αλλά και ανάμεσα σε μαχαλάδες.
    Για τα φέσια έχω να πω ότι τα επέβαλαν οι Νεότουρκοι σε όλους τους υπηκόους της αυτοκρατορίας.